41 αποτελέσματα για «枝»
枝つき燭台 えだつきしょくだい
ουσιαστικό
- 01 πολυκήριο, κηροπήγιο με βραχίονες, επιτοίχιο κηροπήγιο
枝を剪る えだをきる
άλλο, ρήμα
- 01 κλαδεύω ένα δέντρο
枝族 しぞく
ουσιαστικό
- 01 φυλή, κλάδος οικογένειας
枝接ぎ えだつぎ
ουσιαστικό
- 01 εμβολιασμός με σχισμή
枝を矯める えだをためる
άλλο, ρήμα
- 01 ισιώνω ένα κλαδί
枝を鋏む えだをはさむ
άλλο, ρήμα
- 01 κλαδεύω ένα δέντρο, αφαιρώ τα κλαδιά ενός δέντρου
枝尺蠖 えだしゃくとり
ουσιαστικό
- 01 κάμπια γεωμετρίδη (της υποοικογένειας Εννομίνες)
枝尺 えだしゃく
ουσιαστικό
- 01 γεωμετρίδης (της υποοικογένειας των Εννομινών)
枝宮 えだみや
ουσιαστικό
- 01 δευτερεύον ιερό
枝角類 しかくるい
ουσιαστικό
- 01 κλαδοκερα
枝垂れ彼岸 しだれひがん
ουσιαστικό
- 01 κλαίουσα κερασιά της ποικιλίας σιντάρε χιγκάν
枝角羚羊 えだつのれいよう
ουσιαστικό
- 01 αντιλοκάπρα (Antilocapra americana), αμερικανική αντιλόπη
枝刈り えだかり
ουσιαστικό
- 01 κλάδεμα (π.χ. δέντρο απόφασης)
枝鞭 えだむち
ουσιαστικό
- 01 ράβδος σημύδας
枝変わり えだがわり
ουσιαστικό
- 01 μεταλλαγή οφθαλμού, οφθαλμική μετάλλαξη, οφθαλμική ποικιλομορφία
枝の主日 えだのしゅじつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 Κυριακή των Βαΐων
枝番 えだばん
ουσιαστικό
- 01 αριθμός ταξινόμησης, δευτερεύων αριθμός
枝木 えだぎ
ουσιαστικό
- 01 κλαδί δέντρου, ξύλο
枝打ち えだうち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κλάδεμα, αφαίρεση κλαδιών, πετσόκομμα
枝垂れかんば シダレカンバ
ουσιαστικό
- 01 σημύδα η κρεμοκλαδής (Betula pendula)