27 αποτελέσματα για «柳»
柳の下にいつも泥鰌はおらぬ やなぎのしたにいつもどじょうはおらぬ
άλλο
- 01 δεν πιάνεται η αλεπού δύο φορές στην ίδια παγίδα, δεν υπάρχουν πουλιά στις περσινές φωλιές, δεν βρίσκει κανείς πάντα γλυκανίσους κάτω από την ιτιά
柳の下にいつも泥鰌はいない やなぎのしたにいつもどじょうはいない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν πιάνεται η αλεπού δυο φορές στην ίδια παγίδα, δεν βρίσκεις πάντα λαγούς στο ίδιο μέρος, δεν υπάρχουν πάντα λοχίες κάτω από την ιτιά, η καλή τύχη δεν επαναλαμβάνεται πάντα
柳下駄 やなぎげた
ουσιαστικό
- 01 χαμηλό γιανάγκι-γκέτα (σανδάλι) κατασκευασμένο από ξύλο ιτιάς
柳江人 りゅうこうじん
ουσιαστικό
- 01 άνθρωπος του Λιούτζιανγκ, ένας από τους αρχαιότερους σύγχρονους ανθρώπους που βρέθηκαν στην Ανατολική Ασία
柳蘭 やなぎらん
ουσιαστικό
- 01 γιαναγκιράν (είδος αγριολούλουδου, Επιλόβιο το στενόφυλλο), ιτιόχορτο, μεγάλο ιτιόχορτο, φωτόχορτο
柳多留 やなぎだる
ουσιαστικό
- 01 Γιαναγκιντάρου (συλλογή σενριού της περιόδου Έντο) (συντομογραφία), Χαϊφού Γιαναγκιντάρου
柳
- 01 ιτιά