172 αποτελέσματα για «検»

検定 けんてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσημη πιστοποίηση, επίσημη έγκριση, επιθεώρηση, επαλήθευση, εξέταση
  2. 02 εξέταση πιστοποίησης, εξετάσεις άδειας εξάσκησης επαγγέλματος, τεστ επάρκειας
  3. 03 έλεγχος υποθέσεων
検索結果 けんさくけっか

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα αναζήτησης
検疫 けんえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καραντίνα, ιατρικός έλεγχος
検温 けんおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μέτρηση της θερμοκρασίας, θερμομέτρηση
検事局 けんじきょく

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελία
検査官 けんさかん

ουσιαστικό

  1. 01 επιθεωρητής, εξεταστής, ελεγκτής
検品 けんぴん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθεώρηση, έλεγχος (εμπορευμάτων, προϊόντων)
検討会 けんとうかい

ουσιαστικό

  1. 01 συνάντηση για τη συζήτηση θεμάτων, σύσκεψη σχεδιασμού, συνεδρίαση αναθεώρησης, συνεδρία ανατροφοδότησης, εξεταστική επιτροπή
検察庁 けんさつちょう

ουσιαστικό

  1. 01 εισαγγελία
検索エンジン けんさくエンジン

ουσιαστικό

  1. 01 μηχανή αναζήτησης
検挙率 けんきょりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό εξιχνίασης, ποσοστό συλλήψεων, αναλογία εξιχνίασης εγκλημάτων
検地 けんち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κτηματολογική καταμέτρηση, χωρομέτρηση
検索ワード けんさくワード

ουσιαστικό

  1. 01 όρος αναζήτησης, λέξη-κλειδί αναζήτησης
検校 けんぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανώτατος τυφλός αξιωματούχος της αυλής
  2. 02 διαχειριστής ναού, διαχειριστής ιερού
  3. 03 διαχειριστής κτήματος
  4. 04 επιθεώρηση, επιθεωρητής
検索履歴 けんさくりれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό αναζήτησης
検する けんする

ρήμα

  1. 01 επιθεωρώ, εποπτεύω
検事正 けんじせい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιεισαγγελέας
検死官 けんしかん

ουσιαστικό

  1. 01 ιατροδικαστής
検非違使 けびいし

ουσιαστικό

  1. 01 κεμπιίσι, αξιωματούχος της αστυνομίας και της δικαιοσύνης (κατά τις περιόδους Χεϊάν και Καμακούρα)
検定試験 けんていしけん

ουσιαστικό

  1. 01 εξετάσεις πιστοποίησης, εξετάσεις άδειας άσκησης επαγγέλματος