67 αποτελέσματα για «欠»
欠航 けっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ακύρωση πτήσης ή θαλάσσιου δρομολογίου
欠け落ち かけおち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοεξορία, κρυψινοΐα
欠席者 けっせきしゃ
ουσιαστικό
- 01 απών
欠場 けつじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απουσία, αποχή από τη συμμετοχή
欠番 けつばん
ουσιαστικό
- 01 αριθμός που λείπει, κενός αριθμός
欠食児童 けっしょくじどう
ουσιαστικό
- 01 μαθητής που δεν έχει κολατσιό
欠くことのできない かくことのできない
άλλο, επίθετο
- 01 απαραίτητος, ουσιώδης, αναγκαίος
欠席裁判 けっせきさいばん
ουσιαστικό
- 01 δίκη ερήμην, καταδίκη ερήμην
欠品 けっぴん
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη αποθέματος, εξαντλημένο
- 02 ελλιπή εξαρτήματα, λείπον συστατικό στοιχείο
欠席届 けっせきとどけ
ουσιαστικό
- 01 δήλωση απουσίας μαθητή
欠陥商品 けっかんしょうひん
ουσιαστικό
- 01 ελαττωματικό προϊόν
欠食 けっしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράλειψη γεύματος
欠くことができない かくことができない
άλλο, επίθετο
- 01 απαραίτητος, ουσιώδης, αναγκαίος
欠礼 けつれい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παράλειψη απόδοσης τιμών, έλλειψη ευγένειας
欠勤届 けっきんとどけ
ουσιαστικό
- 01 δήλωση απουσίας (στην εργασία)
欠格 けっかく
ουσιαστικό
- 01 απόρριψη, αποκλεισμός
- 02 στερητικός
欠除 けつじょ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφαίρεση, παράλειψη
- 02 επιθυμία, λαχτάρα
欠配 けっぱい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναστολή διανομής μερίδων ή πληρωμών
欠本 けっぽん
ουσιαστικό
- 01 ελλείπων τόμος
欠字 けつじ
ουσιαστικό
- 01 παράλειψη χαρακτήρα, παραλειπόμενος χαρακτήρας, κενός τυπογραφικός χαρακτήρας
- 02 εισαγωγή κενών διαστημάτων πριν και μετά τα ονόματα αξιωματούχων (ως ένδειξη σεβασμού)