83 αποτελέσματα για «歩»
歩道橋 ほどうきょう
ουσιαστικό
- 01 πεζογέφυρα, γέφυρα πεζών, υπέργεια διάβαση πεζών
歩調を合わせる ほちょうをあわせる
άλλο, ρήμα
- 01 ενεργώ ως σύνολο, ενεργώ συντονισμένα, διατηρώ τον ρυθμό, συμβαδίζω
歩み寄り あゆみより
ουσιαστικό
- 01 συμβιβασμός, παραχώρηση
歩み続ける あゆみつづける
ρήμα
- 01 συνεχίζω να περπατώ
歩き あるき
ουσιαστικό
- 01 περπάτημα, βάδισμα
- 02 πεζός αγγελιοφόρος (πόλης, χωριού κ.λπ.)
歩き疲れる あるきつかれる
ρήμα
- 01 κουράζομαι από το περπάτημα
歩法 ほほう
ουσιαστικό
- 01 βάδισμα αλόγου
- 02 τρόπος βαδίσματος (π.χ. στις πολεμικές τέχνες κ.ά.)
歩き通す あるきとおす
ρήμα
- 01 διανύω με τα πόδια ολόκληρη τη διαδρομή, περπατώ μέχρι το τέλος
歩数 ほすう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός βημάτων
歩み入る あゆみいる
ρήμα
- 01 εισέρχομαι περπατώντας
歩行者天国 ほこうしゃてんごく
ουσιαστικό
- 01 πεζόδρομος, εμπορική οδός αποκλειστικά για πεζούς, παράδεισος των πεζών
歩廊 ほろう
ουσιαστικό
- 01 διάδρομος, στοά, εξέδρα, πέρασμα
歩合 ぶあい
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό, αναλογία, ποσοστιαία αναλογία
- 02 προμήθεια, ποσοστό επί των πωλήσεων
歩きスマホ あるきスマホ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χρήση κινητού κατά το περπάτημα, κοίταγμα του smartphone κατά την πεζοπορία
歩速 ほそく
ουσιαστικό
- 01 ταχύτητα βαδίσματος, ρυθμός βαδίσματος
歩度 ほど
ουσιαστικό
- 01 ρυθμός βαδίσματος
歩 ぶ
ουσιαστικό
- 01 μπου, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης επιφάνειας, περίπου 3,31 τετραγωνικά μέτρα
- 02 προμήθεια, ποσοστό
- 03 ακριβώς, επακριβώς
歩合制 ぶあいせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα προμηθειών
歩き詰め あるきづめ
ουσιαστικό
- 01 βάδισμα χωρίς ανάπαυλα, συνεχόμενο περπάτημα
歩兵師団 ほへいしだん
ουσιαστικό
- 01 μεραρχία πεζικού