231 αποτελέσματα για «死»

死に至る しにいたる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταλήγω στον θάνατο, οδηγώ στον θάνατο, είμαι θανατηφόρος (π.χ. ασθένεια)
死を覚悟する しをかくごする

άλλο, ρήμα

  1. 01 προετοιμάζομαι για τον θάνατο, ετοιμάζομαι να πεθάνω
死んでいる しんでいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι νεκρός, είμαι άψυχος
死傷者 ししょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 απώλειες, οι νεκροί και τραυματίες
死に物狂い しにものぐるい

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 απελπισία, πάλη μέχρι θανάτου
死に絶える しにたえる

ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι, εκλείπω
死滅 しめつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαφάνιση, αφανισμός, καταστροφή
死を選ぶ しをえらぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αυτοκτονώ, τερματίζω τη ζωή μου, επιλέγω τον θάνατο
死罪 しざい

ουσιαστικό

  1. 01 θανατικό αδίκημα, έγκλημα που επισύρει την ποινή του θανάτου
死の恐怖 しのきょうふ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 φόβος του θανάτου
死者が出る ししゃがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ απώλειες, έχω ως αποτέλεσμα θανάτους
死線 しせん

ουσιαστικό

  1. 01 το κατώφλι της ζωής και του θανάτου, τα πρόθυρα του θανάτου
  2. 02 προθεσμία (το όριο γύρω από μια φυλακή που απαγορευόταν να διασχίσουν οι κρατούμενοι)
死を迎える しをむかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πλησιάζω στον θάνατο, έρχομαι αντιμέτωπος με τον θάνατό μου
死に場所 しにばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος θανάτου
死に際 しにぎわ

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίες στιγμές, ετοιμοθάνατος, στο νεκρικό κρεβάτι
死去 しきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος, απώλεια, εκδημία
死す しす

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω
死活問題 しかつもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα ζωής και θανάτου, πρόβλημα επιβίωσης
死期 しき

ουσιαστικό

  1. 01 ώρα θανάτου, η τελευταία ώρα κάποιου, το τέλος κάποιου
死力を尽くす しりょくをつくす

άλλο, ρήμα

  1. 01 καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, ενεργώ απεγνωσμένα, κάνω μια ύστατη προσπάθεια