41 αποτελέσματα για «段»
段葛 だんかずら
ουσιαστικό
- 01 υπερυψωμένο μονοπάτι που οδηγεί σε ιερό
段違い平行棒 だんちがいへいこうぼう
ουσιαστικό
- 01 ασύμμετροι ζυγοί (γυμναστική)
段物 だんもの
ουσιαστικό
- 01 μουσικό (δραματικό) κομμάτι σε πολλές πράξεις, είδος σόλο για κότο, ζωηρό είδος τραγουδιού για σαμισέν
段落記号 だんらくきごう
ουσιαστικό
- 01 παράγραφος, σύμβολο παραγράφου
段袋 だんぶくろ
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος υφασμάτινος σάκος
- 02 φαρδύ παντελόνι (που φοριόταν από σαμουράι κατά την άσκηση στα τέλη της περιόδου Έντο και στις αρχές της περιόδου Μέιτζι)
段間 だんかん
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μετασταδιακός, μεταξύ τμημάτων
- 02 διάστημα στήλης
段戸襤褸菊 だんどぼろぎく
ουσιαστικό
- 01 ερεχτίτης, καψόχορτο
段シフト だんシフト
ουσιαστικό
- 01 μετατόπιση επιπέδου, αλλαγή επιπέδου
段階的詳細化 だんかいてきしょうさいか
ουσιαστικό
- 01 σταδιακή εξειδίκευση
段級制 だんきゅうせい
ουσιαστικό
- 01 ιεραρχικό σύστημα βαθμίδων νταν και κιου (στις πολεμικές τέχνες, στο γκο, στο σόγκι, κ.λπ.)
段級位制 だんきゅういせい
ουσιαστικό
- 01 ιεραρχικό σύστημα κατάταξης νταν και κιου (σε πολεμικές τέχνες, γκο, σόγκι κ.λπ.)
段プラ ダンプラ
ουσιαστικό
- 01 κυματοειδές πλαστικό, πλαστικό κυματοειδές χαρτόνι
段腹 だんばら
ουσιαστικό
- 01 προέχουσα κοιλιά, κοιλιά μπίρας
段碁 だんご
ουσιαστικό
- 01 παίκτης γκο με βαθμίδα νταν
段取る だんどる
ρήμα
- 01 προγραμματίζω, σχεδιάζω, κανονίζω
段階を踏む だんかいをふむ
άλλο, ρήμα
- 01 προχωρώ κατά στάδια, ακολουθώ τα βήματα (μιας διαδικασίας)
段階分け だんかいわけ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σταδιοποίηση (π.χ. ιατρική θεραπεία), σταδιακός προγραμματισμός
段菊 だんぎく
ουσιαστικό
- 01 καριόπτερις η γκρίζα, μπλε σπιραία
段染め だんぞめ
ουσιαστικό
- 01 πολύχρωμες ρίγες
段谷産業 だんたにさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 Νταντάνι Κορπορέισον