112 αποτελέσματα για «毛»

毛の生えた けのはえた

άλλο

  1. 01 λίγο καλύτερος από, όχι πολύ περισσότερος από, όχι πολύ διαφορετικός από
毛氈 もうせん

ουσιαστικό

  1. 01 χαλί, τάπητας (ειδικά από τσόχα)
毛づくろい けづくろい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυτοπεριποίηση (ιδίως για ζώα), αμοιβαία περιποίηση (π.χ. μαϊμούδες), κοινωνική περιποίηση, προσωπική περιποίηση
毛織物 けおりもの

ουσιαστικό

  1. 01 μάλλινο ύφασμα, μάλλινα είδη
毛根 もうこん

ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα τρίχας
毛筆 もうひつ

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο (για γραφή ή ζωγραφική)
毛羽立つ けばだつ

ρήμα

  1. 01 χνουδιάζω, αποκτώ χνούδι, φθείρομαι στις άκρες, αγριεύω, ξεφτίζω
毛だらけ けだらけ

ουσιαστικό

  1. 01 τριχωτός, γεμάτος τρίχες
毛唐 けとう

ουσιαστικό

  1. 01 καταραμένος δυτικός
毛筋 けすじ

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοειδής γραμμή, γραμμή μαλλιών
  2. 02 μικρές λεπτομέρειες
  3. 03 ίχνη χτένας στα μαλλιά
毛艶 けづや

ουσιαστικό

  1. 01 λαμπερό τρίχωμα, γυαλιστερό τρίχωμα (σε ζώο)
毛束 けたば

ουσιαστικό

  1. 01 δέσμη τριχών, τούφα
毛織り けおり

ουσιαστικό

  1. 01 μάλλινο ύφασμα, μάλλινο ύφασμα
毛抜き けぬき

ουσιαστικό

  1. 01 τσιμπιδάκι φρυδιών, τσιμπίδα για τρίχες
毛脛 けずね

ουσιαστικό

  1. 01 τριχωτά πόδια
毛量 もうりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα μαλλιών, όγκος μαλλιών
毛生え薬 けはえぐすり

ουσιαστικό

  1. 01 λοσιόν τριχοφυΐας
毛細管 もうさいかん

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοειδής σωλήνας
  2. 02 τριχοειδές αγγείο
毛染め けぞめ

ουσιαστικό

  1. 01 βάψιμο μαλλιών, βαφή μαλλιών
毛孔 もうこう

ουσιαστικό

  1. 01 πόρος (του δέρματος)