52 αποτελέσματα για «求»
求心 きゅうしん
ουσιαστικό
- 01 κεντρομόλος
求人情報誌 きゅうじんじょうほうし
ουσιαστικό
- 01 περιοδικό αγγελιών εργασίας
求心的 きゅうしんてき
επίθετο
- 01 εσωστρεφής, ενδοσκοπικός, αυτοεξεταστικός
- 02 κεντρομόλος
求職活動 きゅうしょくかつどう
ουσιαστικό
- 01 αναζήτηση εργασίας
求人欄 きゅうじんらん
ουσιαστικό
- 01 στήλη αγγελιών εργασίας (π.χ. σε εφημερίδα)
求人倍率 きゅうじんばいりつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 λόγος προσφοράς και ζήτησης εργασίας, δείκτης διαθεσιμότητας θέσεων εργασίας ανά αιτούντα
求まる もとまる
ρήμα
- 01 βρίσκομαι (π.χ. άγνωστη ποσότητα σε εξίσωση), υπολογίζομαι
求不得苦 ぐふとくく
ουσιαστικό
- 01 ο πόνος του να μην αποκτά κανείς αυτό που επιζητά
求人難 きゅうじんなん
ουσιαστικό
- 01 έλλειψη εργατικού δυναμικού
求職広告 きゅうしょくこうこく
ουσιαστικό
- 01 αγγελία αναζήτησης εργασίας
求めよさらば与えられん もとめよさらばあたえられん
άλλο
- 01 ζήτα και θα σου δοθεί
求縁 きゅうえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ερωτική εξομολόγηση, άσκηση γοητείας
求知心 きゅうちしん
ουσιαστικό
- 01 δίψα για γνώση, έφεση για μάθηση
求償 きゅうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αξίωση αποζημίωσης
求人者 きゅうじんしゃ
ουσιαστικό
- 01 εργοδότης, κάποιος που αναζητά εργαζόμενους
求愛鳴き きゅうあいなき
ουσιαστικό
- 01 κάλεσμα ζευγαρώματος
求積 きゅうせき
ουσιαστικό
- 01 εύρεση εμβαδού ή όγκου, μετρητική
求仙 キュウセン
ουσιαστικό
- 01 κίουσεν (είδος ψαριού, Parajulis poecilepterus)
求愛誇示 きゅうあいこじ
ουσιαστικό
- 01 επίδειξη ερωτοτροπίας
求妻広告 きゅうさいこうこく
ουσιαστικό
- 01 αγγελία για ανεύρεση συζύγου