もとまる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βρίσκομαι (π.χ. άγνωστη ποσότητα σε εξίσωση), υπολογίζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
求まる
Παρόν (ευγενικό)
求まります
Άρνηση (απλή)
求まらない
Άρνηση (ευγενική)
求まりません
Παρελθόν (απλό)
求まった
Παρελθόν (ευγενικό)
求まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
求まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
求まりませんでした
Τε-μορφή
求まって
Δυνητική
求まれる
Προστακτική
求まれ
Βουλητική
求まろう
Υποθετική (ば)
求まれば