25 αποτελέσματα για «沼»
沼る ぬまる
ρήμα
- 01 κολλάω (με ένα βιντεοπαιχνίδι, τηλεοπτική σειρά κ.λπ.), εθίζομαι, γίνομαι εμμονικός με κάτι
- 02 βρίσκομαι σε τέλμα, δυσκολεύομαι να σημειώσω πρόοδο, κολλάω (π.χ. σε μια συγκεκριμένη κατάταξη)
沼エビ ヌマエビ
ουσιαστικό
- 01 παράτια η συμπιεσμένη (είδος γλυκού νερού γαρίδας)
沼鉄鉱 しょうてっこう
ουσιαστικό
- 01 λιμναίος σιδηρίτης
沼河姫命 ぬなかわひめのみこと
ουσιαστικό
- 01 Νουνακαουαχίμε νο Μικότο
沼
- 01 βάλτος
- 02 λίμνη
- 03 βάλτος, τέλμα
- 04 βάλτος, έλος
- 05 λιμνούλα