90 αποτελέσματα για «泥»

泥団子 どろだんご

ουσιαστικό

  1. 01 μπάλα από λάσπη, σβώλος λάσπης
泥をかぶる どろをかぶる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη, επωμίζομαι το φταίξιμο, λασπώνομαι
泥に塗れる どろにまみれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλύπτομαι από λάσπη
泥田 どろた

ουσιαστικό

  1. 01 ρυζοχώραφο με παχύ στρώμα λάσπης στον πυθμένα, λασπωμένος ορυζώνας
泥を吐く どろをはく

άλλο, ρήμα

  1. 01 ομολογώ, ξερνώ τα πάντα (για εγκλήματα ή μυστικά)
泥鰌 どじょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοβιτίδα (οποιοδήποτε ψάρι της οικογένειας Κοβιτίδες)
  2. 02 ντότζο (Misgurnus anguillicaudatus), ψάρι του γλυκού νερού
泥酔状態 でいすいじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση μέθης, (σε) ζάλη
泥炭 でいたん

ουσιαστικό

  1. 01 τύρφη
泥遊び どろあそび

ουσιαστικό

  1. 01 το παιχνίδι στη λάσπη, το παιχνίδι με λάσπη
泥中 でいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μέσα στη λάσπη ή στο βούρκο
泥濘む ぬかるむ

ρήμα

  1. 01 λασπώνω, γίνομαι λασπώδης
泥道 どろみち

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένος δρόμος
泥地 でいち

ουσιαστικό

  1. 01 λάσπη, βάλτος
泥縄 どろなわ

ουσιαστικό

  1. 01 ενέργεια που γίνεται πολύ αργά, μέτρο που λαμβάνεται βιαστικά
泥足 どろあし

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένα πόδια
泥酔者 でいすいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεθυσμένος, μεθύστακας
泥む なずむ

ρήμα, επίθημα

  1. 01 προσκολλώμαι (π.χ. σε παλιές συνήθειες), εμμένω, προσκολλώμαι, είμαι προσκολλημένος
  2. 02 συνηθίζω, εξοικειώνομαι
  3. 03 καθυστερώ, παραμένω (σε κάτι), προχωρώ αργά
泥亀 どろがめ

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζική χελώνα με μαλακό καβούκι (Pelodiscus sinensis)
  2. 02 λασποχελώνα (Kinosternidae spp.), χελώνα του μόσχου
泥状 でいじょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 λασπώδης
泥靴 どろぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 λασπωμένα παπούτσια ή μπότες