どろまみれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλύπτομαι από λάσπη

Κλίση

Παρόν (απλό)
泥に塗れる
Παρόν (ευγενικό)
泥に塗れます
Άρνηση (απλή)
泥に塗れない
Άρνηση (ευγενική)
泥に塗れません
Παρελθόν (απλό)
泥に塗れた
Παρελθόν (ευγενικό)
泥に塗れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
泥に塗れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
泥に塗れませんでした
Τε-μορφή
泥に塗れて
Δυνητική
泥に塗れられる
Προστακτική
泥に塗れろ
Βουλητική
泥に塗れよう
Υποθετική (ば)
泥に塗れれば