199 αποτελέσματα για «流»

流暢 りゅうちょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ευχέρεια στη γλώσσα, ρέων
流行り はやり

ουσιαστικό

  1. 01 μόδα, συρμός, τάση
  2. 02 εξάπλωση (π.χ. μιας ασθένειας)
流れ星 ながれぼし

ουσιαστικό

  1. 01 διαττόμενος αστέρας, πεφταστέρι, μετέωρο
  2. 02 άσπρη κηλίδα (λευκή λωρίδα στο πρόσωπο αλόγου)
流派 りゅうは

ουσιαστικό

  1. 01 σχολή (ζωγραφικής, ικεμπάνα κ.λπ.)
流血 りゅうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιματοχυσία
流れ着く ながれつく

ρήμα

  1. 01 ξεβράζομαι στην ακτή, παρασύρομαι από το ρεύμα μέχρι ένα σημείο
流入 りゅうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισροή, εισβολή
流用 りゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτροπή (π.χ. κεφαλαίων), ιδιοποίηση, υπεξαίρεση
  2. 02 χρήση για άλλον σκοπό, επαναχρησιμοποίηση, επαναπροσδιορισμός χρήσης, αξιοποίηση
流し目 ながしめ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια ματιά
  2. 02 λοξό βλέμμα με ερωτική διάθεση
流麗 りゅうれい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εύρυθμος, ρέων, κομψός
流れ弾 ながれだま

ουσιαστικό

  1. 01 αδέσποτη σφαίρα
流布 るふ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κυκλοφορία, διάδοση
流水 りゅうすい

ουσιαστικό

  1. 01 τρεχούμενο νερό
  2. 02 ρεούμενο νερό, ρυάκι
流浪 るろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπλάνηση, αλητεία, νομαδισμός
流星群 りゅうせいぐん

ουσιαστικό

  1. 01 βροχή μετεώρων, διαττόντων αστέρων
流体 りゅうたい

ουσιαστικό

  1. 01 ρευστό
流し台 ながしだい

ουσιαστικό

  1. 01 νεροχύτης, νιπτήρας
流動 りゅうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ροή
流産 りゅうざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποβολή, αυτόματη έκτρωση, πρόωρος τοκετός
流転 るてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαρκής αλλαγή, μεταβολές
  2. 02 μετεμψύχωση, μετενσάρκωση