37 αποτελέσματα για «添»

添水 そうず

ουσιαστικό

  1. 01 μπαμπού σωλήνας γεμάτος νερό σε ιαπωνικό κήπο, ο οποίος χτυπά πάνω σε μια πέτρα όταν αδειάζει
添え乳 そえぢ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θηλασμός στο πλάι
添付書類 てんぷしょるい

ουσιαστικό

  1. 01 συνημμένα έγγραφα
  2. 02 συνημμένο (email κ.λπ.)
添い臥し そいぶし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σοϊμπούσι, συνεύρεση κατά τον ύπνο
添い歯 そいば

ουσιαστικό

  1. 01 διπλό δόντι, δόντι που προεξέχει (σαν κυνόδοντας)
添い星 そいぼし

ουσιαστικό

  1. 01 κινεζικός αστερισμός του δωματίου (ένα από τα 28 σεληνιακά σπίτια)
  2. 02 φυσικός δορυφόρος, φεγγάρι
添わせる そわせる

ρήμα

  1. 01 συνοδεύω, βάζω κάποιον να συνοδεύσει
  2. 02 παντρεύω, ενώνω με τα δεσμά του γάμου
添え字付き変数 そえじづきへんすう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβλητή με δείκτη
添加部分要素 てんかぶぶんようそ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπεριλαμβανόμενο υποστοιχείο
添加要素 てんかようそ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσθετα στοιχεία
添字三つ組 そえじみつぐみ

ουσιαστικό

  1. 01 τριάδα δεικτών
添字指定 そえじしてい

ουσιαστικό

  1. 01 χρήση δείκτη
添字付きデータ名 そえじつきデータめい

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένο με δείκτη
添加剤供給 てんかざいきょうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παροχή προσθέτου
添配 てんぱい

ουσιαστικό

  1. 01 στολίδι ή παρεμφερές αντικείμενο που συνοδεύει μπονσάι
添え板 そえいた

ουσιαστικό

  1. 01 ενισχυτικό έλασμα (ξυλουργική), σιδηροδρομικός σύνδεσμος (σιδηρόδρομος), προσαρμοσμένη σανίδα
  1. 01 προσαρτώ
  2. 02 συνοδεύω
  3. 03 παντρεύομαι
  4. 04 ταιριάζω, αρμόζω
  5. 05 ικανοποιώ, ανταποκρίνομαι
  6. 06 ικανοποιώ
  7. 07 προσαρτώ, συνδέω
  8. 08 προσαρτώ, προσθέτω
  9. 09 γαρνίρω, στολίζω
  10. 10 μιμούμαι, αντιγράφω