120 αποτελέσματα για «清»

清書 せいしょ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθαρογραφή, επίσημο αντίγραφο
清め きよめ

ουσιαστικό

  1. 01 καθαρμός, εξαγνισμός
清貧 せいひん

ουσιαστικό

  1. 01 φτώχεια χωρίς εγωιστικές επιθυμίες, αξιοπρεπής φτώχεια, η κατάσταση του να είναι κάποιος φτωχός αλλά έντιμος
清美 せいび

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 καθαρός και όμορφος
清掃員 せいそういん

ουσιαστικό

  1. 01 καθαριστής, επιστάτης
清純派 せいじゅんは

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπα με καθαρή και αθώα εικόνα (κυρίως ηθοποιοί, τραγουδιστές, κ.λπ.)
清国 しんこく

ουσιαστικό

  1. 01 Κίνα υπό τη δυναστεία των Τσιν, Τσινγκ Κίνα, δυναστεία των Τσιν
清濁 せいだく N1

ουσιαστικό

  1. 01 καλό και κακό, καθαρό και ακάθαρτο
  2. 02 ηχηρά και άηχα σύμφωνα
清聴 せいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσοχή, ευγενική προσοχή
清明 せいめい

ουσιαστικό, επίθετο, άλλο

  1. 01 καθαρός και διαυγής
  2. 02 σεϊμέι, ηλιακός όρος που σημαίνει καθαρός και λαμπερός (περίπου στις 5 Απριλίου)
清涼剤 せいりょうざい

ουσιαστικό

  1. 01 αναζωογόνηση, κάτι αναζωογονητικό, ευχάριστη ανακούφιση, ανάσα δροσιάς
  2. 02 τονωτικό, αναζωογονητικό φάρμακο
清酒 せいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εξευγενισμένο σέικε (σεΐσου)
清新 せいしん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 φρέσκος, καινούργιος
清涼飲料水 せいりょういんりょうすい

ουσιαστικό

  1. 01 αναψυκτικό
清和 せいわ

ουσιαστικό

  1. 01 εποχή κατά την οποία ο ουρανός είναι καθαρός και ο αέρας ζεστός (άνοιξη)
  2. 02 πρώτο δεκαήμερο του τέταρτου σεληνιακού μήνα
清風 せいふう

ουσιαστικό

  1. 01 δροσιά, ευχάριστο αεράκι
清一 チンイツ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελούμενος αποκλειστικά από πλακίδια μιας σειράς χωρίς τιμητικά πλακίδια
清濁併せ呑む せいだくあわせのむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαθέτω την ευρύτητα πνεύματος να συναναστρέφομαι κάθε λογής ανθρώπους, έχω μεγαλόψυχο χαρακτήρα
清水の舞台から飛び降りる きよみずのぶたいからとびおりる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω μια ριψοκίνδυνη απόφαση, το τολμώ, πέφτω στα βαθιά, πηδώ από το μπαλκόνι του ναού Κιγιομίζου
清音 せいおん

ουσιαστικό

  1. 01 συλλαβή με άηχο σύμφωνο (εκτός του "p", στα ιαπωνικά), συλλαβή που γράφεται χωρίς ντακούτεν ή χαντακούτεν
  2. 02 καθαρός ήχος