せいだくあわ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός διαθέτω την ευρύτητα πνεύματος να συναναστρέφομαι κάθε λογής ανθρώπους, έχω μεγαλόψυχο χαρακτήρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
清濁併せ呑む
Παρόν (ευγενικό)
清濁併せ呑みます
Άρνηση (απλή)
清濁併せ呑まない
Άρνηση (ευγενική)
清濁併せ呑みません
Παρελθόν (απλό)
清濁併せ呑んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
清濁併せ呑みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
清濁併せ呑まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
清濁併せ呑みませんでした
Τε-μορφή
清濁併せ呑んで
Δυνητική
清濁併せ呑める
Προστακτική
清濁併せ呑め
Βουλητική
清濁併せ呑もう
Υποθετική (ば)
清濁併せ呑めば