106 αποτελέσματα για «減»

減算 げんざん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση
減音 げんおん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσβεση ήχου, ηχοαπορρόφηση
  2. 02 ελάττωση (συγχορδίας, διαστήματος)
減収 げんしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πτώση, μείωση (στα έσοδα)
減産 げんさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση της παραγωγής
減益 げんえき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση κερδών
減塩 げんえん

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση αλατιού, περιορισμός νατρίου
減耗 げんもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φυσική μείωση, φυσιολογική φθορά
減損 げんそん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση, περιορισμός, απώλεια, απομείωση
減価償却 げんかしょうきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 απόσβεση
減圧症 げんあつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νόσος των δυτών, νόσος της αποσυμπίεσης
減食 げんしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιορισμός της κατανάλωσης τροφής, μείωση μερίδων, περικοπή σιτηρεσίου
減便 げんびん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση δρομολογίων (πτήσεων, λεωφορείων κ.λπ.)
減衰率 げんすいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής εξασθένησης, ρυθμός απόσβεσης
減価 げんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση τιμής, απόσβεση, ελάττωση
減災 げんさい

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση φυσικών καταστροφών, περιορισμός των συνεπειών μιας φυσικής καταστροφής
減水 げんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποχώρηση των υδάτων
減弱 げんじゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση, εξασθένηση, εξασθένιση (σήματος ή ενέργειας), ελάττωση, περιορισμός
減光 げんこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μείωση φωτός, εξασθένιση της φωτεινότητας
  2. 02 απόσβεση
減数分裂 げんすうぶんれつ

ουσιαστικό

  1. 01 μείωση
減反 げんたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περικοπή καλλιεργήσιμης έκτασης, μείωση της παραγωγής καλλιεργειών