減便
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μείωση δρομολογίων (πτήσεων, λεωφορείων κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 減便する
- Παρόν (ευγενικό)
- 減便します
- Άρνηση (απλή)
- 減便しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 減便しません
- Παρελθόν (απλό)
- 減便した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 減便しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 減便しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 減便しませんでした
- Τε-μορφή
- 減便して
- Δυνητική
- 減便できる
- Προστακτική
- 減便しろ
- Βουλητική
- 減便しよう
- Υποθετική (ば)
- 減便すれば
- Υποθετική (たら)
- 減便したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 減便したい
- Απαγορευτική (~な)
- 減便するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 減便しなさい
- Παθητική
- 減便される
- Αιτιατική
- 減便させる