75 αποτελέσματα για «渡»

渡世人 とせいにん

ουσιαστικό

  1. 01 τζογαδόρος, γιακούζα, άτομο χωρίς νόμιμη εργασία
渡航者 とこうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιβάτης, επισκέπτης, ταξιδιώτης
渡し賃 わたしちん

ουσιαστικό

  1. 01 αντίτιμο περάσματος (με πλοιάριο ή φέρι)
渡欧 とおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Ευρώπη, ταξίδι στην Ευρώπη
渡り板 わたりいた

ουσιαστικό

  1. 01 αποβάθρα, κλίμακα επιβίβασης
渡り者 わたりもの

ουσιαστικό

  1. 01 περιπλανώμενος, οδοιπόρος
渡来人 とらいじん

ουσιαστικό

  1. 01 τοραϊζίν, άτομα κινεζικής ή κορεατικής καταγωγής που εγκαταστάθηκαν στην αρχαία Ιαπωνία και μετέφεραν τον πολιτισμό και την τεχνολογία από την ηπειρωτική Ασία (4ος-7ος αιώνας μ.Χ.)
渡船場 とせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποβάθρα φέρι, σημείο επιβίβασης φέρι
渡洋 とよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάπλου του ωκεανού
渡航歴 とこうれき

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό ταξιδιών, αρχείο ταξιδιών, εμπειρία ταξιδιών
渡殿 わたどの

ουσιαστικό

  1. 01 στεγασμένος διάδρομος που συνδέει δύο κτίρια (στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική τύπου παλατιού)
渡渉 としょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάβαση ποταμού, πέρασμα μέσα από νερό
渡御 とぎょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μεταφορά ιερού αντικειμένου από τον χώρο όπου φυλάσσεται
  2. 02 αυτοκρατορική πομπή
渡英 とえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Μεγάλη Βρετανία
渡仏 とふつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Γαλλία
渡韓 とかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στη Νότια Κορέα
渡島 ととう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίσκεψη σε νησί, ταξίδι σε νησί
渡日 とにち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άφιξη στην Ιαπωνία (ατόμου μη ιαπωνικής καταγωγής)
渡り蟹 わたりがに

ουσιαστικό

  1. 01 μπλε κάβουρας (είδος Portunus trituberculatus), ιαπωνικός μπλε κάβουρας
渡唐 ととう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση στην Κίνα