82 αποτελέσματα για «湯»
湯葉 ゆば
ουσιαστικό
- 01 γιούμπα, αποξηραμένο τυρόπηγμα σόγιας, έδεσμα που παρασκευάζεται από την πέτσα του σιγοβρασμένου γάλακτος σόγιας
湯水のように使う ゆみずのようにつかう
άλλο, ρήμα
- 01 ξοδεύω (χρήματα) αλόγιστα, σκορπάω (τα χρήματα) σαν να μην υπάρχει αύριο, κατασπαταλώ
湯を使う ゆをつかう
άλλο, ρήμα
- 01 κάνω ζεστό μπάνιο
湯沸かし器 ゆわかしき
ουσιαστικό
- 01 θερμοσίφωνας, βραστήρας νερού
湯女 ゆな
ουσιαστικό
- 01 γυναίκες που βοηθούν τους λουόμενους σε θέρετρα ιαματικών πηγών
- 02 ιερόδουλη σε δημόσια λουτρά
湯水のごとく ゆみずのごとく
επίρρημα, άλλο
- 01 σαν να τρέχει νερό, αφειδώς, με ασύλληπτη ευκολία (σαν να φυτρώνει στα δέντρα)
湯がく ゆがく
ρήμα
- 01 ζεματάω, συβράζω
湯冷まし ゆざまし
ουσιαστικό
- 01 βρασμένο νερό που έχει κρυώσει
- 02 σκεύος για την ψύξη ζεστού νερού
湯をわかす ゆをわかす
άλλο, ρήμα
- 01 βράζω νερό, ετοιμάζω το μπάνιο
湯切り ゆぎり
ουσιαστικό
- 01 στράγγισμα καυτού νερού (π.χ. από μακαρόνια)
湯治客 とうじきゃく
ουσιαστικό
- 01 επισκέπτης σε ιαματικά λουτρά
湯水 ゆみず
ουσιαστικό
- 01 ζεστό και κρύο νερό
- 02 αφθονία, αντικείμενο σε αφθονία
湯飲み茶碗 ゆのみぢゃわん
ουσιαστικό
- 01 φλιτζάνι τσαγιού (μικρό, χωρίς χερούλι)
湯量 ゆりょう
ουσιαστικό
- 01 ποσότητα ιαματικού νερού
湯桶 ゆとう
ουσιαστικό
- 01 ξύλινο δοχείο σε σχήμα κουβά, συνήθως λακαρισμένο σε ιαπωνικό στυλ, που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση και το σερβίρισμα ζεστών υγρών
湯桶 ゆおけ
ουσιαστικό
- 01 ξύλινος κάδος για το μπάνιο
湯通し ゆどおし
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμβάπτιση (υφάσματος) σε χλιαρό νερό (για μαλάκωμα και αφαίρεση του κόλλαρα), αποκόλληση, ύγρανση με ατμό
- 02 ζεμάτισμα (τροφίμων), ελαφρύ βράσιμο
湯口 ゆぐち
ουσιαστικό
- 01 βρύση ζεστού νερού, ιαματική πηγή
湯の花 ゆのはな
ουσιαστικό
- 01 ιζήματα μεταλλικών αλάτων θερμών πηγών (που μοιάζουν με άνθη), άνθη θείου, γκεϊζερίτης, πυριτιούχο πέτρωμα
湯煮 ゆに
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 βράσιμο σε νερό (π.χ. τρόφιμα)