71 αποτελέσματα για «照»

照り てり

ουσιαστικό

  1. 01 ηλιοφάνεια, ξηρός καιρός, λάμψη, στιλπνότητα
照明器具 しょうめいきぐ

ουσιαστικό

  1. 01 φωτιστικά σώματα
照準器 しょうじゅんき

ουσιαστικό

  1. 01 συσκευή σκόπευσης, σκόπευτρο
照覧 しょうらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καθαρή θέαση
  2. 02 κατάθεση μαρτυρίας (από θεότητες ή τον Βούδα)
照明弾 しょうめいだん

ουσιαστικό

  1. 01 φωτοβολίδα, φωτοβολίδα φωτισμού
照り輝く てりかがやく

ρήμα

  1. 01 λάμπω έντονα
照り映える てりはえる

ρήμα

  1. 01 λάμπω, ακτινοβολώ
照応 しょうおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιστοιχία, συμφωνία, αναφορά
照明灯 しょうめいとう

ουσιαστικό

  1. 01 φωτιστικό σώμα που χρησιμοποιείται για τον έντονο φωτισμό πλατείας, κτιρίου, κ.λπ.
照星 しょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 ακροσκόπιο (όπλου), μπροστινό σκοπευτικό
照度 しょうど

ουσιαστικό

  1. 01 ένταση φωτισμού, φωτισμός
照門 しょうもん

ουσιαστικό

  1. 01 κλισιοσκόπιο (πίσω σκοπευτικό πυροβόλου όπλου)
照り渡る てりわたる

ρήμα

  1. 01 λάμπω πάνω από, ακτινοβολώ παντού
照葉樹林 しょうようじゅりん

ουσιαστικό

  1. 01 δάσος αειθαλών πλατύφυλλων (με γυαλιστερά φύλλα)
照葉 てりは

ουσιαστικό

  1. 01 όμορφα λαμπερά φθινοπωρινά φύλλα
照れ性 てれしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ντροπαλός, συνεσταλμένος
照明効果 しょうめいこうか

ουσιαστικό

  1. 01 φωτιστικά εφέ
照り合う てりあう

ρήμα

  1. 01 φωτίζω αμοιβαία τον έναν τον άλλον
照会状 しょうかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδευτική επιστολή έρευνας, επιστολή παροχής πληροφοριών
照葉樹林文化 しょうようじゅりんぶんか

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτισμός των αειθαλών δασών της Ανατολικής Ασίας (θεωρία)