36 αποτελέσματα για «牧»

牧畜業 ぼくちくぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 κτηνοτροφία, εκτροφή βοοειδών
牧牛 ぼくぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βόσκηση βοοειδών
牧羊者 ぼくようしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφέας προβάτων, κτηνοτρόφος, τσοπάνης
牧民 ぼくみん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνώ, διοικώ
牧笛 ぼくてき

ουσιαστικό

  1. 01 αυλός του βοσκού
牧地 ぼくち

ουσιαστικό

  1. 01 βοσκότοπος
牧場鳥 まきばどり

ουσιαστικό

  1. 01 μακιμπαντόρι, είδος αμερικανικού στρουθιόμορφου πτηνού (οικογένεια Ικτερίδες)
牧羊地 ぼくようち

ουσιαστικό

  1. 01 βοσκότοπος ή λιβάδι
牧場田雲雀 まきばたひばり

ουσιαστικό

  1. 01 λιβαδοκελαηδιδα (Anthus pratensis), μικρός κορυδαλλός
牧会書簡 ぼっかいしょかん

άλλο

  1. 01 ποιμαντικές επιστολές (δηλαδή Α΄ και Β΄ Τιμόθεο, Τίτος)
牧草肥育 ぼくそうひいく

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφή ζώων με βοσκή
牧杖 ぼくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποιμαντορική ράβδος
牧羊神 ぼくようしん

ουσιαστικό

  1. 01 Πάνας (θεός)
牧会 ぼっかい

ουσιαστικό

  1. 01 ποιμαντική φροντίδα
牧する ぼくする

ρήμα

  1. 01 εκτρέφω ζώα
  2. 02 φροντίζω και κυβερνώ τον λαό
  1. 01 εκτρέφω
  2. 02 φροντίζω
  3. 03 ποιμαίνω
  4. 04 ταΐζω
  5. 05 βοσκώ