67 αποτελέσματα για «猫»
猫可愛がり ねこかわいがり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπερβολική και τρυφερή φροντίδα, συνεχής περιποίηση κάποιου σαν να είναι κατοικίδιο
猫に小判 ねこにこばん
άλλο
- 01 ρίχνω μαργαριτάρια σε χοίρους, δίνω χρυσό νόμισμα σε γάτα (άσκοπη προσφορά πολύτιμου αντικειμένου σε κάποιον που δεν μπορεί να το εκτιμήσει)
猫嫌い ねこぎらい
άλλο, ουσιαστικό
- 01 αυτός που αντιπαθεί τις γάτες, απέχθεια για τις γάτες
猫も杓子も ねこもしゃくしも
άλλο
- 01 ο καθένας, ο κάθε άσχετος, ακόμα και οι πέτρες
猫柳 ねこやなぎ
ουσιαστικό
- 01 νεκογιανάγκι, ιτιά η χαριτωμένη (Salix gracilistyla)
猫車 ねこぐるま
ουσιαστικό
- 01 καρότσι χειρός
猫目石 ねこめいし
ουσιαστικό
- 01 γατόπετρα (ημιπολύτιμος λίθος)
猫騙し ねこだまし
ουσιαστικό
- 01 χτυπώ τα χέρια μου μπροστά από το πρόσωπο του αντιπάλου για να τον μπερδέψω
猫板 ねこいた
ουσιαστικό
- 01 ξύλινη σανίδα μπροστά από την εστία
猫の額のような ねこのひたいのような
άλλο
- 01 πολύ μικρός (ειδικά για δωμάτιο ή διαμέρισμα)
猫ばば ねこばば
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπεξαίρεση, ιδιοποίηση, οικειοποίηση, κλοπή
- 02 κάλυψη παραπτωμάτων και προσποίηση άγνοιας
猫砂 ねこすな
ουσιαστικό
- 01 άμμος υγιεινής γάτας, άμμος για γάτες
猫トイレ ねこトイレ
ουσιαστικό
- 01 αμμοδόχος γάτας, λεκάνη άμμου
猫喫茶 ねこきっさ
ουσιαστικό
- 01 καφετέρια με γάτες, θεματικό καφέ όπου οι θαμώνες μπορούν να χαϊδέψουν γάτες
猫踏んじゃった ねこふんじゃった
ουσιαστικό
- 01 νεκοφουντζάτα (γνωστό και ως το βαλς του ψύλλου, μουσικό κομμάτι για πιάνο)
猫タワー ねこタワー
ουσιαστικό
- 01 ονυχοδρόμιο, πύργος γάτας, σπιτάκι γάτας
猫草 ねこくさ
ουσιαστικό
- 01 χόρτο της γάτας (συχνά βρώμη η ήμερη), γρασίδι για γάτες
猫用トイレ ねこようトイレ
ουσιαστικό
- 01 αμμολεκάνη γάτας, κουτί άμμου
猫肉 ねこにく
ουσιαστικό
- 01 κρέας γάτας, σάρκα γάτας
猫の子一匹いない ねこのこいっぴきいない
άλλο, επίθετο
- 01 εντελώς έρημος