93 αποτελέσματα για «用»

用水路 ようすいろ

ουσιαστικό

  1. 01 αρδευτικό κανάλι, αρδευτικό αυλάκι, αρδευτική διώρυγα, υδραγωγός
用務員 ようむいん

ουσιαστικό

  1. 01 επιστάτης, φύλακας, προσωπικό καθαριότητας και συντήρησης
用兵 ようへい

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική
用人 ようにん

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος, διαχειριστής, επιστάτης, πρόσωπο αμέσως επόμενο σε βαθμό από τους ανώτερους αξιωματούχους υπεύθυνο για τη γενική διοίκηση και τη λογιστική σε μια οικογένεια σαμουράι (περίοδος Έντο)
  2. 02 χρήσιμος άνθρωπος
用命 ようめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εντολή, διαταγή, αίτημα
  2. 02 παραγγελία (για κάποιο προϊόν)
用水 ようすい

ουσιαστικό

  1. 01 νερό άρδευσης, νερό για πυρόσβεση, νερό ύδρευσης, νερό δεξαμενής
用無し ようなし

ουσιαστικό

  1. 01 περιττός, άχρηστος, ανεπιθύμητος
  2. 02 απασχόλητος, αργόσχολος, χωρίς εργασία
用うる もちうる

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ, κάνω χρήση, αξιοποιώ
用地 ようち

ουσιαστικό

  1. 01 οικόπεδο, χώρος
用足し ようたし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διεκπεραίωση δουλειών, τρέξιμο για εξωτερικές δουλειές
  2. 02 διευθέτηση υποθέσεων, διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων
  3. 03 ανάγκη της φύσης (χρήση τουαλέτας), επίσκεψη στην τουαλέτα
  4. 04 προμήθεια αγαθών, προμηθευτής
用心するに越したことはない ようじんするにこしたことはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 η υπερβολική προσοχή δεν βλάπτει ποτέ, η επιφυλακτικότητα είναι πάντα προτιμότερη, κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε
用心に越したことはない ようじんにこしたことはない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν μπορείς να είσαι ποτέ υπερβολικά προσεκτικός, δεν υπάρχει ποτέ υπερβολική προφύλαξη, κάλλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε
用量 ようりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δόση
用談 ようだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαγγελματική συζήτηση
用例 ようれい

ουσιαστικό

  1. 01 παράδειγμα χρήσης
  2. 02 επεξηγηματικό παράδειγμα
用捨 ようしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υιοθέτηση ή απόρριψη, επιλογή, εκλογή
  2. 02 επιείκεια, έλεος, χαριστική μεταχείριση
用船 ようせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ναυλωμένο πλοίο, ναύλωση ή μίσθωση πλοίου
用務 ようむ

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία, δουλειά, επαγγελματική υποχρέωση
用に立つ ようにたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 χρησιμεύω, ωφελώ
用が足りる ようがたりる

άλλο, ρήμα

  1. 01 επαρκώ, κάνω τη δουλειά μου