97 αποτελέσματα για «田»
田舎風 いなかふう
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ρουστίκ, αγροτικού στυλ
田の神 たのかみ
ουσιαστικό
- 01 θεότητα των ορυζώνων και της σοδειάς
田螺 たにし
ουσιαστικό
- 01 τάνισι, γλυκοπόταμο σαλιγκάρι (οικογένεια Viviparidae)
田鶴 たず
ουσιαστικό
- 01 γερανός (πουλί)
田舎芝居 いなかしばい
ουσιαστικό
- 01 επαρχιακή θεατρική παράσταση
田舎紳士 いなかしんし
ουσιαστικό
- 01 επαρχιώτης γαιοκτήμονας (συχνά με κάποια έλλειψη φινέτσας), κτηματίας
田舎人 いなかびと
ουσιαστικό
- 01 κάτοικος της επαρχίας
田夫野人 でんぷやじん
ουσιαστικό
- 01 χωριάτης, αγροίκος, επαρχιώτης
田舎言葉 いなかことば
ουσιαστικό
- 01 επαρχιακή διάλεκτος, τοπικό ιδίωμα
田舎びる いなかびる
ρήμα
- 01 γίνομαι επαρχιώτης, παίρνω αγροτικό ύφος
田作り たづくり
ουσιαστικό
- 01 μικρές αποξηραμένες σαρδέλες ή γαύροι (γομάμε), μαγειρεμένοι σχεδόν μέχρι να στεγνώσουν σε σάλτσα σόγιας και ζάχαρη
- 02 καλλιέργεια ορυζώνα, άνθρωπος που οργώνει ορυζώνα
田夫 でんぷ
ουσιαστικό
- 01 αγρότης
田楽刺し でんがくざし
ουσιαστικό
- 01 ντενγκακουζάσι (τεχνική διάτρησης τροφίμων με καλαμάκι)
田遊び たあそび
ουσιαστικό
- 01 τελετουργική παράσταση (συνήθως κατά την περίοδο της Πρωτοχρονιάς) για την προσευχή προς επιτυχημένη συγκομιδή ρυζιού κατά το επερχόμενο έτος
田の面 たのも
ουσιαστικό
- 01 επιφάνεια ορυζώνα
田舎パン いなかパン
ουσιαστικό
- 01 πατέν καμπάν (γαλλικό προζυμένιο ψωμί), χωριάτικο ψωμί
田舎っぺ いなかっぺ
ουσιαστικό
- 01 χωριάτης, επαρχιώτης, βλάχος
田作 でんさく
ουσιαστικό
- 01 καλλιέργεια ορυζώνα
田園都市 でんえんとし
ουσιαστικό
- 01 κηπούπολη
田舎めく いなかめく
ρήμα
- 01 φαίνομαι χωριάτικος, μοιάζω με χωριάτης, αποκτώ επαρχιώτικο χαρακτήρα