82 αποτελέσματα για «申»
申し開き もうしひらき
ουσιαστικό
- 01 δικαιολογία, εξήγηση, αιτιολόγηση, υπεράσπιση
申し入れ もうしいれ
ουσιαστικό
- 01 πρόταση, προσφορά, αναφορά, διατύπωση, γνωστοποίηση, αίτημα
申し子 もうしご
ουσιαστικό
- 01 παιδί σταλμένο από τον ουρανό (ως απάντηση σε σιντοϊστική ή βουδιστική προσευχή)
- 02 παιδί (π.χ. μιας εποχής), γέννημα
申請書 しんせいしょ
ουσιαστικό
- 01 γραπτή αίτηση
申し渡す もうしわたす
ρήμα
- 01 ανακοινώνω, δηλώνω, επιβάλλω (ποινή), διατάζω
申し分 もうしぶん N1
ουσιαστικό
- 01 παράπονο, διαμαρτυρία, αντίρρηση, σφάλμα
- 02 ο λόγος κάποιου, τι έχει να πει κάποιος, απαίτηση
申し合わせる もうしあわせる
ρήμα
- 01 κανονίζω, συμφωνώ (για κάτι), προσυμφωνώ
申し訳が立たない もうしわけがたたない
άλλο
- 01 ζητώ συγγνώμη
- 02 αδικαιολόγητος, ασυγχώρητος
申し分のない もうしぶんのない
άλλο, επίθετο
- 01 τέλειος, ιδανικός, απόλυτα ικανοποιητικός, που δεν αφήνει περιθώρια για επιθυμίες, αψεγάδιαστος, άψογος
申し立て もうしたて
ουσιαστικό
- 01 δήλωση, αναφορά, περιγραφή, ισχυρισμός, καταγγελία
申し送る もうしおくる
ρήμα
- 01 στέλνω μήνυμα σε κάποιον, γράφω σε κάποιον
- 02 παραδίδω καθήκοντα στον διάδοχο, μεταβιβάζω, ενημερώνω τον διάδοχο, μεταφέρω οδηγίες
申し伝える もうしつたえる
ρήμα
- 01 διαβιβάζω (μήνυμα, π.χ. σε ανώτερο), μεταφέρω, ανακοινώνω
申し述べる もうしのべる
ρήμα
- 01 λέω, αναφέρω, δηλώνω
申込書 もうしこみしょ
ουσιαστικό
- 01 γραπτή αίτηση, έντυπο αίτησης
申すまでもなく もうすまでもなく
άλλο
- 01 περιττό να ειπωθεί, προφανώς, φυσικά
申し出で もうしいで
ουσιαστικό
- 01 πρόταση, προσφορά, αίτημα, αίτηση
申し合わせ もうしあわせ
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαία συμφωνία, συνεννόηση, κοινή συναίνεση
申し添える もうしそえる
ρήμα
- 01 προσθέτω κάτι (σε όσα ειπώθηκαν προηγουμένως), συμπληρώνω
申請者 しんせいしゃ
ουσιαστικό
- 01 αιτών
申し受ける もうしうける
ρήμα
- 01 ζητώ (π.χ. αμοιβή), χρεώνω (τιμή)
- 02 αποδέχομαι (π.χ. παραγγελίες), παραλαμβάνω