71 αποτελέσματα για «痛»

痛恨 つうこん

ουσιαστικό

  1. 01 βαθιά μετάνοια, μεγάλη θλίψη, πικρός καημός
痛み止め いたみどめ

ουσιαστικό

  1. 01 παυσίπονο
痛い目にあう いたいめにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνώ μια δυσάρεστη εμπειρία, μπλέκω σε μπελάδες, πληγώνομαι, πονάω
痛痒 つうよう

ουσιαστικό

  1. 01 πόνος και φαγούρα
  2. 02 ψυχική οδύνη, ανθυγιεινά συναισθήματα
痛み分け いたみわけ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακηρύσσω αγώνα ισόπαλο λόγω τραυματισμού
  2. 02 λήγω με ζημιά και για τις δύο πλευρές (για διαμάχη, κλπ.)
痛くも痒くもない いたくもかゆくもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 καθόλου δεν με ενδιαφέρει, δεν μου καίγεται καρφί, δεν με αγγίζει καθόλου
痛打 つうだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισχυρό πλήγμα, συντριπτικό χτύπημα, δριμεία επίθεση
痛苦 つうく

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνία, οξύς πόνος
痛撃 つうげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σφοδρή επίθεση, βαρύ πλήγμα
痛風 つうふう

ουσιαστικό

  1. 01 ουρική αρθρίτιδα
痛くもない腹を探られる いたくもないはらをさぐられる

άλλο, ρήμα

  1. 01 υφίσταμαι αβάσιμες υποψίες, κατηγορούμαι άδικα χωρίς λόγο
痛し痒し いたしかゆし

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 λεπτή κατάσταση, επιλογή ανάμεσα σε δύο κακά, δίκοπο μαχαίρι
痛罵 つうば

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάχρηση, υβριστικός λόγος, καταγγελία, δριμεία κριτική
痛飲 つういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαριά κατανάλωση αλκοόλ, μέθη
痛痒を感じない つうようをかんじない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν νιώθω ούτε φαγούρα ούτε πόνο, δεν επηρεάζομαι από κάτι, δεν αισθάνομαι τις επιπτώσεις κάποιου πράγματος
痛嘆 つうたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαθιά θλίψη, πικρό παράπονο, βαθιά μεταμέλεια
痛痒い いたがゆい

επίθετο

  1. 01 επώδυνα κνησμώδης, επώδυνος και με φαγούρα
痛点 つうてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο πόνου
痛哭 つうこく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θρήνος, γοερό κλάμα
痛車 いたしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο διακοσμημένο με χαρακτήρες άνιμε