83 αποτελέσματα για «登»
登竜門 とうりゅうもん
ουσιαστικό
- 01 κατώφλι της επιτυχίας
登録証 とうろくしょう
ουσιαστικό
- 01 πιστοποιητικό εγγραφής, κάρτα εγγραφής
登録料 とうろくりょう
ουσιαστικό
- 01 τέλος εγγραφής
登坂 とうはん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αναρρίχηση σε πλαγιά, ανάβαση σε λόφο
登録番号 とうろくばんごう
ουσιαστικό
- 01 αριθμός μητρώου
登り口 のぼりぐち
ουσιαστικό
- 01 σημείο ανάβασης (βουνού, σκάλας, κ.λπ.), βάση (βουνού, κ.λπ.)
登録済み とうろくずみ
ουσιαστικό
- 01 καταχωρημένος
登山口 とざんぐち
ουσιαστικό
- 01 αφετηρία ορειβατικής διαδρομής, σημείο έναρξης αναρρίχησης (που οδηγεί σε βουνό)
登庁 とうちょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μετάβαση στην υπηρεσία, πηγαίνω στη δουλειά (για κυβερνητικό αξιωματούχο)
登山客 とざんきゃく
ουσιαστικό
- 01 ορειβάτης
登園 とうえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσέλευση στο νηπιαγωγείο (ή στον παιδικό σταθμό)
登記簿 とうきぼ
ουσιαστικό
- 01 μητρώο
登り窯 のぼりがま
ουσιαστικό
- 01 αναβατικός κλίβανος, κεκλιμένος κλίβανος, συνδεδεμένοι κλίβανοι κεραμικής χτισμένοι σε πλαγιά
登り道 のぼりみち
ουσιαστικό
- 01 ανηφορικός δρόμος, δρόμος που ανεβαίνει
登楼 とうろう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάβαση σε πύργο, ανέβασμα σε ψηλό κτήριο
- 02 επίσκεψη σε οίκο ανοχής
登録抹消 とうろくまっしょう
ουσιαστικό
- 01 διαγραφή από το μητρώο, ακύρωση εγγραφής
登山靴 とざんぐつ
ουσιαστικό
- 01 ορειβατικά μποτάκια, ορειβατικά υποδήματα
- 02 μποτάκια πεζοπορίας, υποδήματα πεζοπορίας
登壇者 とうだんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ομιλητής (π.χ. μιας εισήγησης), εισηγητής
登極 とうきょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενθρόνιση (αυτοκρατορική)
登山鉄道 とざんてつどう
ουσιαστικό
- 01 ορεινός σιδηρόδρομος