64 αποτελέσματα για «監»
監督生 かんとくせい
ουσιαστικό
- 01 έπαρχος, μαθητής με καθήκοντα επίβλεψης
監視体制 かんしたいせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα παρακολούθησης, σύστημα επιτήρησης
監察医 かんさつい
ουσιαστικό
- 01 ιατροδικαστής, ιατρικός εξεταστής
監視所 かんしじょ
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο, φυλάκιο
監理 かんり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιτήρηση, εποπτεία, διοίκηση
監査委員 かんさいいん
ουσιαστικό
- 01 επιθεωρητής, μέλος επιτροπής ελέγχου
監視モニター かんしモニター
ουσιαστικό
- 01 οθόνη παρακολούθησης
監視社会 かんししゃかい
ουσιαστικό
- 01 κοινωνία επιτήρησης
監視船 かんしせん
ουσιαστικό
- 01 περιπολικό σκάφος
監視哨 かんししょう
ουσιαστικό
- 01 παρατηρητήριο
監守 かんしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φύλαξη, επιτήρηση
監訳 かんやく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εποπτεία μετάφρασης
監督官庁 かんとくかんちょう
ουσιαστικό
- 01 αρμόδιες αρχές, εποπτική αρχή
監護 かんご
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιμέλεια και φροντίδα
監修者 かんしゅうしゃ
ουσιαστικό
- 01 γενικός επιμελητής, αρχισυντάκτης
監事 かんじ
ουσιαστικό
- 01 ελεγκτής, ελεγκτής οικονομικών
- 02 επόπτης, επιθεωρητής, διευθυντής
監査法人 かんさほうじん
ουσιαστικό
- 01 ελεγκτική εταιρεία, ελεγκτικό γραφείο
監寺 かんす
ουσιαστικό
- 01 ένας από τους έξι διαχειριστές ενός ζεν ναού που αναπληρώνει τον αρχιερέα
監視プログラム かんしプログラム
ουσιαστικό
- 01 πρόγραμμα παρακολούθησης, επόπτης
監査基準 かんさきじゅん
ουσιαστικό
- 01 ελεγκτικό πρότυπο