28 αποτελέσματα για «眠»

眠り流し ねむりながし

ουσιαστικό

  1. 01 τελετουργικό για την απομάκρυνση του δαίμονα του ύπνου (ειδικότερα στην περιοχή Τοχόκου)
眠らせる ねむらせる

ρήμα

  1. 01 κοιμίζω
  2. 02 θανατώνω, σκοτώνω
  3. 03 αφήνω αχρησιμοποίητο
眠鱶 ネムリブカ

ουσιαστικό

  1. 01 καρχαρίας των υφάλων με λευκά πτερύγια (Triaenodon obesus)
眠り人 ねぶりびと

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που είναι βαθιά κοιμισμένος
眠そう ねむそう

επίθετο

  1. 01 νυσταγμένος, αυτός που φαίνεται υπναλέος
眠りつわり ねむりつわり

ουσιαστικό

  1. 01 υπνηλία κατά την εγκυμοσύνη (υπερβολική), κόπωση εγκυμοσύνης
眠れる ねむれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοιμισμένος, αποκοιμημένος, αναπαυόμενος, σε κατάσταση ύπνου
  2. 02 μπορώ να κοιμηθώ
  1. 01 κοιμάμαι
  2. 02 πεθαίνω
  3. 03 νυσταγμένος