128 αποτελέσματα για «短»

短慮 たんりょ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ρηχή σκέψη, απερισκεψία, βιασύνη
  2. 02 οξύθυμος χαρακτήρας, νευρικότητα
短槍 たんそう

ουσιαστικό

  1. 01 κοντό δόρυ
短歌 たんか N1

ουσιαστικό

  1. 01 τάνκα, ιαπωνικό ποίημα 31 μόρων
短大 たんだい N1

ουσιαστικό

  1. 01 τριτοβάθμιο ίδρυμα επαγγελματικής κατεύθυνσης, σχολή που προσφέρει προγράμματα φοίτησης δύο ή τριών ετών
短期的 たんきてき

επίθετο

  1. 01 βραχυπρόθεσμος
短銃 たんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι
短針 たんしん

ουσιαστικό

  1. 01 κοντός δείκτης, δείκτης των ωρών
短機関銃 たんきかんじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 υποπολυβόλο
短編小説 たんぺんしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 διήγημα
短絡 たんらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βραχυκύκλωμα
  2. 02 παράλογο άλμα, αυθαίρετο συμπέρασμα, βιαστική εξαγωγή συμπεράσματος, απερίσκεπτη δράση
短距離走 たんきょりそう

ουσιαστικό

  1. 01 αγώνας μικρής απόστασης, σπριντ
短編集 たんぺんしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή διηγημάτων, συγκεντρωμένα διηγήματα
短文 たんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομη πρόταση
  2. 02 σύντομο κείμενο (π.χ. απόσπασμα, άρθρο, σύνθεση)
短小 たんしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 κοντός και μικρός
短足 たんそく

ουσιαστικό

  1. 01 κοντοπόδαρος
短波 たんぱ N1

ουσιαστικό

  1. 01 βραχύ κύμα
短筒 たんづつ

ουσιαστικό

  1. 01 πιστόλι, περίστροφο
短期記憶 たんききおく

ουσιαστικό

  1. 01 βραχυπρόθεσμη μνήμη
短時日 たんじじつ

ουσιαστικό

  1. 01 σύντομο χρονικό διάστημα
短兵急 たんぺいきゅう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παρορμητικότητα, βιασύνη