93 αποτελέσματα για «積»

積乱雲 せきらんうん

ουσιαστικό

  1. 01 σωρειτομελανίας
積み立てる つみたてる

ρήμα

  1. 01 συσσωρεύω
  2. 02 αποταμιεύω
積分 せきぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ολοκλήρωση
  2. 02 ολοκλήρωμα
積載量 せきさいりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μέγιστο φορτίο, χωρητικότητα φορτίου, ικανότητα φόρτωσης, μεταφορική ικανότητα
積み直す つみなおす

ρήμα

  1. 01 επαναφορτώνω
積立金 つみたてきん

ουσιαστικό

  1. 01 αποθεματικό κεφάλαιο, αποταμίευση
積み上げ つみあげ

ουσιαστικό

  1. 01 στοίβαγμα, δημιουργία σωρού, τοποθέτηση πλίνθων
積み替える つみかえる

ρήμα

  1. 01 μεταφορτώνω
積立 つみたて

ουσιαστικό

  1. 01 αποταμίευση, οικονομίες, συσσώρευση, παραμερισμός, κράτηση
積雲 せきうん

ουσιαστικό

  1. 01 σωρειτόμορφα σύννεφα
積み替え つみかえ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταφόρτωση, επαναπροώθηση φορτίου
積雪量 せきせつりょう

ουσιαστικό

  1. 01 ποσότητα χιονόπτωσης, συσσωρευμένο χιόνι
積算 せきさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσθεση, άθροιση
  2. 02 ολοκλήρωση
  3. 03 εκτίμηση, επιμέτρηση
積み降ろし つみおろし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φόρτωση και εκφόρτωση
積み出し つみだし

ουσιαστικό

  1. 01 αποστολή, προώθηση
積み残す つみのこす

ρήμα

  1. 01 αφήνω πίσω (φορτίο, επιβάτες κ.λπ.)
積み残し つみのこし

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορεύματα που έμειναν πίσω, επιβάτες που δεν επιβιβάστηκαν
  2. 02 σφάλμα στρογγυλοποίησης, σφάλμα αποκοπής, το υπόλοιπο μετά την αποκοπή σε ακέραια τιμή
積み出す つみだす

ρήμα

  1. 01 αποστέλλω
積極果敢 せっきょくかかん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επιθετικός, δραστήριος και τολμηρός (ριψοκίνδυνος), αποφασιστικός
積極策 せっきょくさく

ουσιαστικό

  1. 01 θετικό σχέδιο, εποικοδομητική πολιτική