87 αποτελέσματα για «競»

競り合い せりあい

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνισμός, συναγωνισμός
競走馬 きょうそうば

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο ιπποδρομιών
競演 きょうえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών, ανταγωνιστική παράσταση
  2. 02 συναγωνισμός μεταξύ θεάτρων που ανεβάζουν το ίδιο έργο
競り落とす せりおとす

ρήμα

  1. 01 κερδίζω σε δημοπρασία, αγοράζω σε δημοπρασία, υπερσκελίζω στην προσφορά
  2. 02 κατακυρώνω (σε δημοπρασία)
競り勝つ せりかつ

ρήμα

  1. 01 κερδίζω σε δημοπρασία μετά από σκληρή διεκδίκηση
競り負ける せりまける

ρήμα

  1. 01 χάνω σε μια αμφίρροπη αναμέτρηση
競争者 きょうそうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστής, αντίπαλος
競輪 けいりん

ουσιαστικό

  1. 01 κέιριν, αγώνας ποδηλασίας, συνήθως απόστασης 2 χλμ. με εκκίνηση με οδηγό και σπριντ στον τερματισμό
競技者 きょうぎしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνιζόμενος, διαγωνιζόμενος, παίκτης, αθλητής
競争力 きょうそうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικότητα, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, ανταγωνιστική ικανήτα
競艇 きょうてい

ουσιαστικό

  1. 01 κιοτέι, αγώνας ταχυπλόων, αγωνιστικό γεγονός ταχυπλόων και άθλημα στοιχηματισμού στην Ιαπωνία
競合他社 きょうごうたしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστικές εταιρείες, αντίπαλες εταιρείες
競馬新聞 けいばしんぶん

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητική εφημερίδα ιπποδρομιών, έντυπο ιπποδρομιακών προβλέψεων
競技会場 きょうぎかいじょう

ουσιαστικό

  1. 01 αθλητικός χώρος, στάδιο, χώρος διεξαγωγής αγώνων
競争入札 きょうそうにゅうさつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανταγωνιστική δημοπρασία, δημόσιος διαγωνισμός (ειδικά για κυβερνητικά συμβόλαια)
競輪選手 けいりんせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 επαγγελματίας ποδηλάτης κέιριν
競技かるた きょうぎかるた

ουσιαστικό

  1. 01 αγωνιστική καρούτα
競輪場 けいりんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 πίστα ποδηλασίας, πίστα κέιριν, ποδηλατοδρόμιο
競売人 きょうばいにん

ουσιαστικό

  1. 01 δημοπράτης
競漕 きょうそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κωπηλατικός αγώνας, αγώνας σκαφών