とす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω σε δημοπρασία, αγοράζω σε δημοπρασία, υπερσκελίζω στην προσφορά
  2. 02 κατακυρώνω (σε δημοπρασία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
競り落とす
Παρόν (ευγενικό)
競り落とします
Άρνηση (απλή)
競り落とさない
Άρνηση (ευγενική)
競り落としません
Παρελθόν (απλό)
競り落とした
Παρελθόν (ευγενικό)
競り落としました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
競り落とさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
競り落としませんでした
Τε-μορφή
競り落として
Δυνητική
競り落とせる
Προστακτική
競り落とせ
Βουλητική
競り落とそう
Υποθετική (ば)
競り落とせば