90 αποτελέσματα για «筆»

筆法 ひっぽう

ουσιαστικό

  1. 01 γραφικός χαρακτήρας, ύφος γραφής
筆頭株主 ひっとうかぶぬし

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλομέτοχος, κύριος μέτοχος
筆写 ひっしゃ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιγραφή με το χέρι, μεταγραφή
筆を折る ふでをおる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διακόπτω τη συγγραφή, σταματώ να γράφω
筆遣い ふでづかい

ουσιαστικό

  1. 01 χειρισμός πινέλου, τρόπος γραφής με πινέλο, επιδεξιότητα στη γραφή, καλλιγραφία
筆まめ ふでまめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αυτός που αλληλογραφεί τακτικά, επιμελής στη γραφή
筆ペン ふでペン

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο-μαρκαδόρος καλλιγραφίας
筆力 ひつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη της πινελιάς, ισχύς του γραφικού χαρακτήρα, ικανότητα στη γραφή
筆文字 ふでもじ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρακτήρας γραμμένος με πινέλο, χαρακτήρας καλλιγραφίας
筆舌 ひつぜつ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτός και προφορικός λόγος, περιγραφή
筆太 ふでぶと

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παχύς γραφικός χαρακτήρας
筆入れ ふでいれ

ουσιαστικό

  1. 01 κασετίνα, μολυβοθήκη, θήκη γραφικών ειδών, θήκη για πινέλα
筆算 ひっさん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπολογισμός σε χαρτί
  2. 02 γραφή και αριθμητική
筆おろし ふでおろし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρήση καινούργιου πινέλου για πρώτη φορά
  2. 02 πρώτη φορά που κάνω κάτι
  3. 03 απώλεια παρθενίας από άνδρα (ειδικά με μεγαλύτερη γυναίκα)
筆紙 ひっし

ουσιαστικό

  1. 01 πινέλο και χαρτί
  2. 02 γραπτή περιγραφή
筆耕 ひっこう

ουσιαστικό

  1. 01 βιοπορισμός μέσω της αντιγραφής ή της καλλιγραφίας
筆墨 ひつぼく

ουσιαστικό

  1. 01 γραφική ύλη, πένα και μελάνι, είδη γραφής
筆不精 ふでぶしょう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που αμελεί την αλληλογραφία, κάποιος που δείχνει απροθυμία ή δυσκολία στο γράψιμο
筆立て ふでたて

ουσιαστικό

  1. 01 μολυβοθήκη ή βάση για πινέλα
筆屋 ふでや

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής πινέλων (καλλιγραφίας), πωλητής πινέλων