31 αποτελέσματα για «系»

系統別総当り けいとうべつそうあたり

ουσιαστικό

  1. 01 κανόνας που απαγορεύει τους αγώνες μεταξύ παλαιστών που ανήκουν στην ίδια σχολή (κεϊτόου)
系統的脱感作 けいとうてきだっかんさ

ουσιαστικό

  1. 01 συστηματική απευαισθητοποίηση
@系 アットけい

ουσιαστικό

  1. 01 ρογκλάικ (υποκατηγορία βιντεοπαιχνιδιών ρόλων)
系統連系 けいとうれんけい

ουσιαστικό

  1. 01 διασύνδεση με το δίκτυο
系統分類学 けいとうぶんるいがく

ουσιαστικό

  1. 01 συστηματική, φυλογενετική συστηματική, συστηματική ταξινομική, συστηματική βιολογία
系図買い けいずかい

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά γενεαλογικού δέντρου
  2. 02 διακίνηση κλοπιμαίων, κλεπταποδόχος
系列取引 けいれつとりひき

ουσιαστικό

  1. 01 συναλλαγή κεϊρέτσου, οικονομική συναλλαγή μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων, επιχειρηματική συμφωνία εντός ομίλου
系統だった けいとうだった

άλλο

  1. 01 συστηματικός, μεθοδικός, επιστημονικός
系譜学 けいふがく

ουσιαστικό

  1. 01 γενεαλογία
系統用蓄電池 けいとうようちくでんち

ουσιαστικό

  1. 01 συσσωρευτής ενέργειας δικτύου
  1. 01 καταγωγή
  2. 02 σύστημα