31 αποτελέσματα για «約»

約物 やくもの

ουσιαστικό

  1. 01 σημεία στίξης και άλλα ειδικά σύμβολα
約まる つづまる

ρήμα

  1. 01 συμπυκνώνω, συρρικνώνω, βραχύνω
  2. 02 απλοποιούμαι, συνοψίζομαι, συντομεύομαι
約定書 やくじょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτό συμβόλαιο
約を交わす やくをかわす

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανταλλάσσω υποσχέσεις
約やか つづまやか

επίθετο

  1. 01 σύντομος, λακωνικός
  2. 02 ταπεινός, λιτοδίαιτος
  3. 03 σεμνός, διακριτικός
約定済み やくじょうずみ

ουσιαστικό

  1. 01 συμφωνημένος
約因 やくいん

ουσιαστικό

  1. 01 αντάλλαγμα (στο συμβατικό δίκαιο, το αγαθό που δίνεται ή η πράξη που εκτελείται από τον λήπτη της υπόσχεσης ως αντάλλαγμα για τη δέσμευση)
約音 やくおん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπτυξη (στη φωνητική)
約転 やくてん

ουσιαστικό

  1. 01 σύμπτυξη (στη φωνητική)
約束された やくそくされた

άλλο

  1. 01 υποσχεμένος, συμφωνημένος, κανονισμένος
  2. 02 εγγυημένος (π.χ. νίκη), αναμενόμενος
  1. 01 υπόσχεση
  2. 02 περίπου
  3. 03 συρρικνώνομαι