34 αποτελέσματα για «紛»

紛争解決 ふんそうかいけつ

ουσιαστικό

  1. 01 επίλυση συγκρούσεων, επίλυση διαφορών
紛議 ふんぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφωνία, διένεξη
紛然 ふんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 μπερδεμένος, ανακατωμένος, άτακτος
紛う方なく まごうかたなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αναμφισβήτητα, δίχως άλλο, αδιαμφισβήτητα, αναντίρρητα, βεβαίως
紛いもない まがいもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αναμφισβήτητος, προφανής, γνήσιος, αυθεντικός
紛える まがえる

ρήμα

  1. 01 μιμούμαι, αντιγράφω
  2. 02 μπερδεύω, συγχέω
紛争ダイヤモンド ふんそうダイヤモンド

ουσιαστικό

  1. 01 διαμάντι αίματος, διαμάντι συγκρούσεων, διαμάντι πολέμου
紛争鉱物 ふんそうこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ορυκτά συγκρούσεων
紛らせる まぎらせる

ρήμα

  1. 01 αποσπώ (π.χ. τη σκέψη κάποιου), αποπροσανατολίζω, ανακουφίζω (π.χ. από πλήξη, θλίψη), πνίγω (τον πόνο κάποιου), διασκεδάζω (τον χρόνο μου)
  2. 02 συγκαλύπτω (π.χ. τη θλίψη μου με ένα χαμόγελο), κρύβω, αλλάζω (την κουβέντα), μετατοπίζω (το θέμα)
紛う方なき まごうかたなき

άλλο

  1. 01 αδιαμφισβήτητος, προφανής, ξεκάθαρος, αυθεντικός
紛争地 ふんそうち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή ένοπλης σύγκρουσης, εμπόλεμη ζώνη, εστία έντασης
紛争国 ふんそうこく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση, χώρα που σπαράσσεται από πόλεμο
紛争当事国 ふんそうとうじこく

ουσιαστικό

  1. 01 χώρα που εμπλέκεται σε σύγκρουση, εμπόλεμο κράτος
  1. 01 αποσπώ την προσοχή, αποπροσανατολίζω
  2. 02 εκλαμβάνομαι ως, μπερδεύομαι με
  3. 03 παρεκκλίνω, παραστρατώ, χάνω τον δρόμο μου
  4. 04 εκτρέπω, αποτρέπω