68 αποτελέσματα για «給»
給食室 きゅうしょくしつ
ουσιαστικό
- 01 σχολική κουζίνα (ιαπωνικού τύπου), σχολική τραπεζαρία (ιαπωνικού τύπου)
給電 きゅうでん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή ηλεκτρικού ρεύματος
給する きゅうする
ρήμα
- 01 παρέχω, τροφοδοτώ, εφοδιάζω
給料袋 きゅうりょうぶくろ
ουσιαστικό
- 01 φάκελος μισθοδοσίας
給与明細 きゅうよめいさい
ουσιαστικό
- 01 εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών
給水所 きゅうすいじょ
ουσιαστικό
- 01 σταθμός υδροδοσίας
給養 きゅうよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συντήρηση (π.χ. μιας οικογένειας), υποστήριξη
- 02 ανεφοδιασμός (στρατού), τροφοδοσία (στρατευμάτων και αλόγων)
給料明細 きゅうりょうめいさい
ουσιαστικό
- 01 εκκαθαριστικό σημείωμα αποδοχών
給与体系 きゅうよたいけい
ουσιαστικό
- 01 μισθολογική δομή
給水車 きゅうすいしゃ
ουσιαστικό
- 01 υδροφόρο όχημα, βυτιοφόρο νερού
給油口 きゅうゆこう
ουσιαστικό
- 01 στόμιο ανεφοδιασμού καυσίμου, άνοιγμα σωλήνα ρεζερβουάρ
給食係 きゅうしょくがかり
ουσιαστικό
- 01 υπεύθυνος σχολικού γεύματος, μαθητής αρμόδιος για τη διανομή του μεσημεριανού γεύματος στο σχολείο και τον καθαρισμό
給油機 きゅうゆき
ουσιαστικό
- 01 ιπτάμενο τάνκερ, αεροσκάφος ανεφοδιασμού
- 02 αντλία καυσίμων, αντλία βενζίνης
給与所得者 きゅうよしょとくしゃ
ουσιαστικό
- 01 μισθωτός υπάλληλος
給紙 きゅうし
ουσιαστικό
- 01 τροφοδοσία χαρτιού (σε εκτυπωτή, φωτοτυπικό μηχάνημα κ.λπ.)
給油所 きゅうゆじょ
ουσιαστικό
- 01 πρατήριο καυσίμων, βενζινάδικο
給費 きゅうひ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παροχή εξόδων, υποτροφία
給気口 きゅうきこう
ουσιαστικό
- 01 στόμιο παροχής αέρα, αεραγωγός
給血 きゅうけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιμοδοσία
給費生 きゅうひせい
ουσιαστικό
- 01 υπότροφος φοιτητής