112 αποτελέσματα για «統»

統帥 とうすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανώτατη διοίκηση, αρχιστρατηγία
統廃合 とうはいごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναδιοργάνωση, συγχώνευση και κατάργηση (π.χ. μιας εταιρείας), ενοποίηση, αναδιάρθρωση
統合失調症 とうごうしっちょうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σχιζοφρένεια
統治機構 とうちきこう

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα διακυβέρνησης, κυβερνητική δομή
統帥権 とうすいけん

ουσιαστικό

  1. 01 ανώτατη διοικητική εξουσία (του αυτοκράτορα)
統合体 とうごうたい

ουσιαστικό

  1. 01 σύνθεση
統括部長 とうかつぶちょう

ουσιαστικό

  1. 01 διευθυντικό στέλεχος
統一見解 とういつけんかい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική άποψη, κοινή γνώμη, συναίνεση
統合参謀本部 とうごうさんぼうほんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό επιτελείο ενόπλων δυνάμεων
統制経済 とうせいけいざい

ουσιαστικό

  1. 01 ελεγχόμενη οικονομία
統制派 とうせいは

ουσιαστικό

  1. 01 παραταξη του ελεγχου (του ιαπωνικου αυτοκρατορικου στρατου)
統括本部 とうかつほんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικό αρχηγείο
統一戦線 とういつせんせん

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαίο μέτωπο
統計学者 とうけいがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στατιστικός
統一地方選挙 とういつちほうせんきょ

ουσιαστικό

  1. 01 γενικές τοπικές εκλογές
統治機関 とうちきかん

ουσιαστικό

  1. 01 κυβερνητικό όργανο, κυβερνητικοί θεσμοί, όργανο της κυβέρνησης
統一教会 とういつきょうかい

ουσιαστικό

  1. 01 Εκκλησία της Ενοποίησης (νέο θρησκευτικό κίνημα), Ομοσπονδία Οικογενειών για την Παγκόσμια Ειρήνη και Ενοποίηση
統合化 とうごうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενοποίηση
統合型リゾート とうごうがたリゾート

ουσιαστικό

  1. 01 ολοκληρωμένο συγκρότημα καζίνο, ολοκληρωμένο τουριστικό συγκρότημα, ι-αρ
統合幕僚監部 とうごうばくりょうかんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτελείο ενόπλων δυνάμεων