90 αποτελέσματα για «羽»

ουσιαστικό

  1. 01 πέμπτη βαθμίδα (της ιαπωνικής και κινεζικής πεντατονικής κλίμακας)
羽二重 はぶたえ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμπουτάε, λεπτό ιαπωνικό μετάξι
羽子板 はごいた

ουσιαστικό

  1. 01 ρακέτα αντιπτέρισης (πρώιμη μορφή ρακέτας για το παιχνίδι χανετσούκι)
羽織袴 はおりはかま

ουσιαστικό

  1. 01 χαόρι και χακάμα (ιαπωνική επίσημη ανδρική ενδυμασία)
羽振りがいい はぶりがいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 επιδραστικός, ισχυρός, δημοφιλής, ακμάζων, οικονομικά ευκατάστατος
羽飾り はねかざり

ουσιαστικό

  1. 01 φτερένιο κόσμημα, λοφίο
羽振りのいい はぶりのいい

άλλο, επίθετο

  1. 01 επιδραστικός, ισχυρός, δημοφιλής, ευημερών, σε άνθηση
羽根つき はねつき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χανετσούκι (παραδοσιακό ιαπωνικό παιχνίδι με ρακέτες και φτερό), παιχνίδι με ρακέτες και φτερό
羽子 はご

ουσιαστικό

  1. 01 φτερό (στο χανετσούκι)
羽翼 うよく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φτερά και πτέρωμα
  2. 02 συνδρομή, βοήθεια, ενίσχυση, το δεξί χέρι κάποιου
羽後 うご

ουσιαστικό

  1. 01 Ούγκο (πρώην επαρχία που βρισκόταν σε τμήματα του σημερινού νομού Ακίτα)
羽交い はがい

ουσιαστικό

  1. 01 φτερούγισμα, πτέρυγα
羽繕い はづくろい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιποίηση φτερώματος
羽風 はかぜ

ουσιαστικό

  1. 01 αέρας που προκαλείται από το χτύπημα των φτερών
羽前 うぜん

ουσιαστικό

  1. 01 Ουζέν (πρώην επαρχία που βρισκόταν σε τμήματα του σημερινού νομού Γιαμαγκάτα)
羽化登仙 うかとうせん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση απελευθέρωσης (σαν να έχει κάποιος φτερά και να πετά στον αέρα)
羽箒 はねぼうき

ουσιαστικό

  1. 01 ξεσκονιστήρι από φτερά, βούρτσα από φτερά
羽根車 はねぐるま

ουσιαστικό

  1. 01 πτερωτή, ρότορας στροβίλου, τροχός με πτερύγια
羽をたたむ はねをたたむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 διπλώνω τα φτερά μου
羽板 はいた

ουσιαστικό

  1. 01 περσίδα, πηχάκι περσίδας