148 αποτελέσματα για «背»

背広 せびろ N5

ουσιαστικό

  1. 01 ανδρικό κοστούμι
背中を追う せなかをおう

ρήμα, άλλο

  1. 01 περπατώ πίσω από κάποιον
  2. 02 ακολουθώ τα χνάρια κάποιου
背が低い せがひくい

άλλο, επίθετο

  1. 01 κοντός (για άνθρωπο)
せい N5

ουσιαστικό

  1. 01 ανάστημα, ύψος
背徳 はいとく

ουσιαστικό

  1. 01 διαφθορά, ανηθικότητα, ηθική παρέκκλιση, ηθική πτώση
背面 はいめん

ουσιαστικό

  1. 01 πίσω μέρος, ράχη, οπίσθια όψη
背ける そむける

ρήμα

  1. 01 στρέφω (το πρόσωπο) αλλού, αποστρέφω (το βλέμμα)
背徳感 はいとくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα ενοχής λόγω απαγορευμένης απόλαυσης, συναίσθημα πονηριάς
背負い込む しょいこむ

ρήμα

  1. 01 κουβαλώ στους ώμους μου
  2. 02 επωμίζομαι (π.χ. χρέη, ευθύνες κ.ά.)
背中合わせ せなかあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 πλάτη με πλάτη, με κατεύθυνση προς αντίθετες πλευρές
  2. 02 δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, άρρηκτα συνδεδεμένος (ειδικά με κάτι επικίνδυνο ή ανεπιθύμητο)
  3. 03 στις κακές σχέσεις, σε σύγκρουση
背表紙 せびょうし

ουσιαστικό

  1. 01 ράχη (βιβλίου)
背が伸びる せがのびる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ψηλώνω (για ανθρώπους)
背格好 せいかっこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανάστημα, σωματική διάπλαση, ύψος, μέγεθος
背筋が寒くなる せすじがさむくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 νιώθω ανατριχίλα
背中を流す せなかをながす

άλλο, ρήμα

  1. 01 πλένω την πλάτη κάποιου
背負って立つ しょってたつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποτελώ τη ραχοκοκαλιά, φέρω την ευθύνη, είμαι το βασικό στήριγμα, αποτελώ το κεντρικό μέρος
背後関係 はいごかんけい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόβαθρο, παρασκήνιο (μιας υπόθεσης, ενός περιστατικού κ.λπ.)
背水の陣 はいすいのじん

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 μάχη με την πλάτη στον τοίχο, κάψιμο των γεφυρών πίσω, ύστατη άμυνα, έσχατη προσπάθεια
背信 はいしん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προδοσία, απιστία
背部 はいぶ

ουσιαστικό

  1. 01 ράχη
  2. 02 πλάτη, πίσω μέρος