56 αποτελέσματα για «胡»

胡蘿蔔 こらふ

ουσιαστικό

  1. 01 καρότο
胡麻酢 ごまず

ουσιαστικό

  1. 01 ξύδι σουσαμιού
胡虜 こりょ

ουσιαστικό

  1. 01 βόρειες βάρβαρες φυλές που περιέβαλλαν την αρχαία Κίνα
  2. 02 αλλοδαπός, βάρβαρη φυλή
胡麻を擂る ごまをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κολακεύω, γλείφομαι, γίνομαι αυλικός, αλείφω με βούτυρο, αλέθω σουσάμι
胡地 こち

ουσιαστικό

  1. 01 περιοχή των βαρβάρων
  2. 02 βάρβαρη χώρα, μη πολιτισμένη περιοχή
胡麻擂り ごますり

ουσιαστικό

  1. 01 κολακεία, γλείψιμο, κόλακας, γλείφτης
  2. 02 άλεσμα σησαμιού
胡桃割り人形 くるみわりにんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 Καρυοθραύστης (μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι)
胡麻ダレ ごまダレ

ουσιαστικό

  1. 01 σάλτσα σουσαμιού
胡籙 やなぐい

ουσιαστικό

  1. 01 φαρέτρα (φοριέται στο δεξί ισχίο, χρησιμοποιήθηκε από την περίοδο Νάρα και μετά)
胡桃油 くるみあぶら

ουσιαστικό

  1. 01 έλαιο καρυδιού
胡荽 こすい

ουσιαστικό

  1. 01 κόλιανδρος (Coriandrum sativum), φρέσκος κόλιανδρος
胡麻斑天牛 ごまだらかみきり

ουσιαστικό

  1. 01 ασπρόστικτο σκαθάρι των εσπεριδοειδών (Ανοπλοφόρα η μαλασιακή)
胡瓜魚 きゅうりうお

ουσιαστικό

  1. 01 μυριοκανθία (Osmerus mordax dentex)
胡国 ここく

ουσιαστικό

  1. 01 βάρβαρα έθνη της βόρειας Κίνας
胡麻木 ごまぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σιμπολντιανό βαϊμπούρνο (Viburnum sieboldii)
胡麻斑海豹 ごまふあざらし

ουσιαστικό

  1. 01 στιγματισμένη φώκια (Phoca largha)
胡麻斑 ごまふ

ουσιαστικό

  1. 01 μαύρες κηλίδες, μικρά μαύρα στίγματα (σαν πασπαλισμένο σουσάμι)
胡麻鯖 ごまさば

ουσιαστικό

  1. 01 αυστραλιανό σκουμπρί (Scomber australasicus)
胡椒鯛 こしょうだい

ουσιαστικό

  1. 01 κοσό-ντάι, είδος ψαριού (Plectorhinchus cinctus)
胡楊樹 こようじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κογιότζου (είδος λεύκας της ερήμου, Populus euphratica)