89 αποτελέσματα για «腰»
腰が砕ける こしがくだける
άλλο, ρήμα
- 01 καταρρέω, παραιτούμαι, χάνω το θάρρος μου, λυγίζουν τα γόνατά μου
腰砕け こしくだけ
ουσιαστικό
- 01 κατάρρευση στη μέση ενός αγώνα
- 02 κατάρρευση (ενώ βρίσκεται στη μέση κάτι), διακοπή στη μέση
腰帯 こしおび
ουσιαστικό
- 01 ζώνη μέσης, κορσές, φαρδιά ζώνη
腰だめ こしだめ
ουσιαστικό
- 01 βολή από το ισχίο
- 02 ξεκίνημα κάποιας ενέργειας χωρίς επαρκή προετοιμασία, δράση βάσει αόριστης εκτίμησης της κατάστασης
腰抜かす こしぬかす
ρήμα
- 01 εξαρθρώνω τη μέση μου
- 02 μένω άναυδος από τον φόβο ή την έκπληξη, παραλύουν τα πόδια μου από το σοκ
腰が低い こしがひくい
άλλο, επίθετο
- 01 ταπεινός, μετριοπαθής
腰の低い こしのひくい
άλλο, επίθετο
- 01 ταπεινός, μετριόφρων
腰部 ようぶ
ουσιαστικό
- 01 οσφυϊκή χώρα, ισχία, πυελική περιοχή, μέση
腰布 こしぬの
ουσιαστικό
- 01 περίζωμα
腰を入れる こしをいれる
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω σταθερή στάση
- 02 καταβάλλω προσπάθεια, εργάζομαι με σοβαρότητα
腰のくびれ こしのくびれ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 μέση
腰 ごし
ουσιαστικό
- 01 στάση, θέση, πόζα, συμπεριφορά
腰紐 こしひも
ουσιαστικό
- 01 κορδόνι που δένεται γύρω από τη μέση ενός κιμονό πριν δεθεί η ζώνη όμπι
腰巻き こしまき
ουσιαστικό
- 01 περίζωμα, ύφασμα μέσης, εσώρουχο κιμονό
腰の物 こしのもの
άλλο, ουσιαστικό
- 01 σπαθί που φέρεται στη ζώνη
- 02 αντικείμενο που φέρεται στη ζώνη (π.χ. σπαθί, ταμπακέρα για χάπια, πουγκί χρημάτων)
腰椎 ようつい
ουσιαστικό
- 01 οσφυϊκός σπόνδυλος, οσφυϊκοί σπόνδυλοι
腰の重い こしのおもい
άλλο, επίθετο
- 01 αργοκίνητος, αναβλητικός στην έναρξη εργασίας
腰縄 こしなわ
ουσιαστικό
- 01 κοσινάουα, σχοινί δεμένο στη μέση φυλακισμένου
腰が重い こしがおもい
άλλο
- 01 βραδυκίνητος, δυσκίνητος, αναβλητικός στο να ξεκινήσει μια εργασία
腰板 こしいた
ουσιαστικό
- 01 ξύλινη επένδυση τοίχου