49 αποτελέσματα για «腸»
腸内フローラ ちょうないフローラ
ουσιαστικό
- 01 εντερική χλωρίδα
腸線 ちょうせん
ουσιαστικό
- 01 έντερο, ζωικό έντερο (για ράμματα ή χορδές)
腸の病気 ちょうのびょうき
άλλο, ουσιαστικό
- 01 εντερική νόσος, εντερική διαταραχή, εντερική πάθηση
腸結核 ちょうけっかく
ουσιαστικό
- 01 εντερική φυματίωση
腸管出血性大腸菌 ちょうかんしゅっけつせいだいちょうきん
ουσιαστικό
- 01 εντεροαιμορραγικό κολοβακτηρίδιο
腸炎ビブリオ ちょうえんビブリオ
ουσιαστικό
- 01 παραιαιμολυτικό δονάκι
腸疾患 ちょうしっかん
ουσιαστικό
- 01 εντεροπάθεια
腸チフス菌 ちょうチフスきん
ουσιαστικό
- 01 σαλμονέλα της τυφοειδούς πυρετού (βακτήριο που προκαλεί τυφοειδή πυρετό)
腸内細菌叢 ちょうないさいきんそう
ουσιαστικό
- 01 εντερική μικροχλωρίδα, εντερικό μικροβίωμα
腸炭疽 ちょうたんそ
ουσιαστικό
- 01 εντερικός άνθρακας
腸抜き わたぬき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκσπλαχνισμός (ειδικά ψαριού), εκσπλαχνισμένο ψάρι
腸がん ちょうがん
ουσιαστικό
- 01 καρκίνος του εντέρου
腸香 わたか
ουσιαστικό
- 01 βατάκα, είδος κυπρινοειδούς ψαριού
腸粉 ちょうふん
ουσιαστικό
- 01 ρολό ρυζιού, ατμοποιημένο ρολό ρυζιού, τσοούν φουν
腸の腐った はらわたのくさった
άλλο
- 01 διεφθαρμένος, ανήθικος, κακόβουλος
腸詰め菌 ちょうづめきん
ουσιαστικό
- 01 κλωστηρίδιο της αλλαντίασης (βακτήριο που προκαλεί αλλαντίαση)
腸鰓類 ちょうさいるい
ουσιαστικό
- 01 εντεροπνευστά (ημιχορδωτά της ομοταξίας των Εντεροπνευστών)
腸腺 ちょうせん
ουσιαστικό
- 01 εντερικός αδένας
腸管膜 ちょうかんまく
ουσιαστικό
- 01 μεσεντέριο, εντερικός υμένας
腸間膜血管閉塞症 ちょうかんまくけっかんへいそくしょう
ουσιαστικό
- 01 απόφραξη μεσεντερίων αγγείων