37 αποτελέσματα για «著»
著作権使用料 ちょさくけんしようりょう
ουσιαστικό
- 01 δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, ποσοστά επί των πωλήσεων
著大 ちょだい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 εξαιρετικά μεγάλος
著作権所有者 ちょさくけんしょゆうしゃ
ουσιαστικό
- 01 κάτοχος πνευματικών δικαιωμάτων
著作権フリー ちょさくけんフリー
ουσιαστικό
- 01 ελεύθερος πνευματικών δικαιωμάτων
著述業 ちょじゅつぎょう
ουσιαστικό
- 01 συγγραφικό επάγγελμα
著作権表示 ちょさくけんひょうじ
ουσιαστικό
- 01 δήλωση πνευματικών δικαιωμάτων, ένδειξη πνευματικών δικαιωμάτων
著作権保護 ちょさくけんほご
ουσιαστικό
- 01 προστασία πνευματικής ιδιοκτησίας
著作目録 ちょさくもくろく
ουσιαστικό
- 01 βιβλιογραφικός κατάλογος, εργογραφία συγγραφέα
著書名 ちょしょめい
ουσιαστικό
- 01 τίτλος βιβλίου, τίτλος λογοτεχνικού έργου
著作権侵害訴訟 ちょさくけんしんがいそしょう
ουσιαστικό
- 01 αγωγή για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων
著しく いちじるしく
επίρρημα
- 01 σημαντικά, αξιοσημείωτα, εντυπωσιακά
著作者人格権 ちょさくしゃじんかくけん
ουσιαστικό
- 01 προσωπικά δικαιώματα δημιουργού, ηθικά δικαιώματα
著作権図書館 ちょさくけんとしょかん
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη πνευματικών δικαιωμάτων
著作権登録図書館 ちょさくけんとうろくとしょかん
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη κατάθεσης αντιτύπων (βιβλιοθήκη που λαμβάνει υποχρεωτικά αντίτυπα έργων που προστατεύονται από πνευματικά δικαιώματα)
著増 ちょぞう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απότομη αύξηση, σημαντική άνοδος, εμφανής ανάπτυξη
著変 ちょへん
ουσιαστικό
- 01 αισθητή μεταβολή (κατάστασης ασθενούς), σημαντική αλλαγή
著
- 01 διάσημος, ξακουστός, φημισμένος
- 02 εκδίδω, δημοσιεύω
- 03 γράφω
- 04 αξιοσημείωτος, αξιόλογος, εντυπωσιακός
- 05 φαινομενικός, εξαιρετικός, απίστευτος
- 06 βάζω, φοράω
- 07 φοράω
- 08 φοράω
- 09 άφιξη
- 10 τερματίζω (σε αγώνα)
- 11 μετρητική λέξη για ρούχα
- 12 λογοτεχνικό έργο