136 αποτελέσματα για «製»

製品化 せいひんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατροπή σε προϊόν
製造業者 せいぞうぎょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευαστής, παραγωγός
製品版 せいひんばん

ουσιαστικό

  1. 01 εμπορική έκδοση (π.χ. λογισμικού), έκδοση παραγωγής, τελική έκδοση κυκλοφορίας
製造所 せいぞうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστάσιο, μονάδα παραγωγής, βιομηχανία, εργοτάξιο
製造販売 せいぞうはんばい

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή και πώληση
  2. 02 κάθετη ολοκλήρωση
製する せいする

ρήμα

  1. 01 παράγω, κατασκευάζω
製造過程 せいぞうかてい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία παραγωγής, κατασκευή
製造番号 せいぞうばんごう

ουσιαστικό

  1. 01 σειριακός αριθμός κατασκευής
製造工程 せいぞうこうてい

ουσιαστικό

  1. 01 διαδικασία παραγωγής
製作費 せいさくひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος κατασκευής, κόστος παραγωγής
製材所 せいざいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 πριονιστήριο, ξυλουργείο
製粉 せいふん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άλεση, άλεσμα σε αλεύρι
製糸 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 νήση, αναπήνηση μεταξιού, εργοστάσιο κλώσης μεταξιού
製作会社 せいさくがいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρεία παραγωγής
製鋼 せいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χαλυβουργία, παραγωγή χάλυβα
製剤 せいざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκευασμα, παρασκευη, φαρμακοτεχνικη μορφη
製紙業 せいしぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 βιομηχανία χαρτιού
製麺 せいめん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρασκευή ζυμαρικών
製塩 せいえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλατοποιία
製材 せいざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πριόνισμα, κοπή ξυλείας