238 αποτελέσματα για «親»
親類 しんるい N2
ουσιαστικό
- 01 συγγενής
親玉 おやだま
ουσιαστικό
- 01 αρχηγός, επικεφαλής, αφεντικό
親睦 しんぼく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φιλία, αγαστή σχέση
親交 しんこう
ουσιαστικό
- 01 οικειότητα, φιλία, φιλικές σχέσεις
親孝行 おやこうこう
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο
- 01 υϊική ευλάβεια, φροντίδα προς τους γονείς, αφοσίωση στους γονείς
親身になって しんみになって
άλλο, επίρρημα
- 01 θερμά, εγκάρδια, με τρυφερή φροντίδα
親切心 しんせつしん
ουσιαστικό
- 01 καλοσύνη, ευγένεια
親しみやすい したしみやすい
επίθετο
- 01 φιλικός, προσιτός, ευχάριστος, συμπαθής
親身 しんみ
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 συγγενής, οικείος
- 02 στοργικός, εγκάρδιος
親心 おやごころ
ουσιαστικό
- 01 γονική αγάπη, γονική στοργή
親兄弟 おやきょうだい
ουσιαστικό
- 01 γονείς και αδέλφια, οι συγγενείς κάποιου
親不孝 おやふこう
ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο
- 01 έλλειψη υιικής ευλάβειας, ανυπακοή προς τους γονείς
親バカ おやばか
ουσιαστικό
- 01 γονιός που υπερβολικά κακομαθαίνει το παιδί του, χαζογονιός
親書 しんしょ
ουσιαστικό
- 01 επίσημη επιστολή (από τον Αυτοκράτορα, τον Πρωθυπουργό κ.λπ.), προσωπικό μήνυμα
- 02 χειρόγραφη επιστολή, ιδιόχειρη επιστολή
親代わり おやがわり
ουσιαστικό
- 01 ενεργώ ως θετός γονέας, φροντίζω το παιδί κάποιου άλλου
- 02 θετός γονέας
親交を深める しんこうをふかめる
άλλο, ρήμα
- 01 αναπτύσσω σχέση, χτίζω οικειότητα, εμβαθύνω μια φιλία, γνωρίζομαι καλύτερα
親元 おやもと
ουσιαστικό
- 01 πατρικό σπίτι
親子関係 おやこかんけい
ουσιαστικό
- 01 σχέση γονέα-παιδιού
親子丼 おやこどん
ουσιαστικό
- 01 ογιακόντον, μπολ με ρύζι που περιλαμβάνει κοτόπουλο και αυγό (ή άλλον συνδυασμό γονέα-παιδιού ως υλικά)
- 02 ερωτικό τρίο που περιλαμβάνει γονέα και παιδί
親和性 しんわせい
ουσιαστικό
- 01 συγγένεια