47 αποτελέσματα για «詰»

詰め切る つめきる

ρήμα

  1. 01 παραμένω διαρκώς διαθέσιμος ή παρών
詰ます つます

ρήμα

  1. 01 περικυκλώνω (ειδικά τον βασιλιά του αντιπάλου στο σόγκι), παγιδεύω, κάνω ματ
詰め合わせる つめあわせる

ρήμα

  1. 01 συσκευάζω (π.χ. ποικιλία προϊόντων), συγκεντρώνω
詰め込み教育 つめこみきょういく

ουσιαστικό

  1. 01 παπαγαλία, εκπαίδευση που δίνει έμφαση στην απομνημόνευση
詰め放題 つめほうだい

ουσιαστικό

  1. 01 γέμισμα δοχείου αγορών με σταθερή τιμή
詰め腹 つめばら

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική τέλεση σεπούκου
  2. 02 αναγκαστική ανάληψη ευθύνης και παραίτηση από τη θέση κάποιου
詰責 きっせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιπλήττω, επιτιμώ, ψέγω
詰め腹を切らされる つめばらをきらされる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναγκάζομαι να αναλάβω την ευθύνη και να παραιτηθώ, εξαναγκάζομαι σε απομάκρυνση από το αξίωμά μου
詰碁 つめご

ουσιαστικό

  1. 01 πρόβλημα γκο τύπου τσουμέγκο, σκακιστικό πρόβλημα γκο
詰草 つめくさ

ουσιαστικό

  1. 01 λευκό τριφύλλι
詰らない つまらない

επίθετο

  1. 01 ανιαρός, βαρετός, αδιάφορος, κουραστικός
  2. 02 ασήμαντος, επουσιώδης, αμελητέος, ευτελής
  3. 03 παράλογος, ανόητος, χαζός, γελοίος
  4. 04 άχρηστος, ανούσιος, απογοητευτικός
詰め込み勉強 つめこみべんきょう

ουσιαστικό

  1. 01 παπαγαλία, ξεροσφύρι (για εξετάσεις)
詰め開き つめひらき

ουσιαστικό

  1. 01 διαπραγμάτευση, παζάρι
  2. 02 στροφή του σώματος προς τα αριστερά ή τα δεξιά και στάση (κατά την αποχώρηση από την παρουσία ευγενών κ.λπ.)
  3. 03 πλεύση όρτσα, πλεύση με κλειστή ιστιοφορία
詰めて通う つめてかよう

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω κάπου ακούραστα και τακτικά
詰まらん つまらん

άλλο

  1. 01 ανιαρός, αδιάφορος, βαρετός, κουραστικός
  2. 02 ασήμαντος, δευτερεύουσας σημασίας, επουσιώδης, αμελητέος, άχρηστος
  3. 03 παράλογος, ανόητος, χαζός
  4. 04 άχρηστος, ανούσιος, απογοητευτικός
詰まらぬ つまらぬ

άλλο

  1. 01 ανιαρός, βαρετός, αδιάφορος
  2. 02 ασήμαντος, ευτελής, άχρηστος
  3. 03 παράλογος, ανόητος, χαζός
  4. 04 άχρηστος, ανούσιος, απογοητευτικός
詰まらせる つまらせる

ρήμα

  1. 01 φράζω, μπλοκάρω, βουλώνω, εμποδίζω
詰め込み主義 つめこみしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 πεποίθηση για την αξία της εκπαίδευσης μέσω της μηχανικής αποστήθισης
詰屈した きっくつした

άλλο

  1. 01 τραχύς, ανώμαλος
詰まらなそう つまらなそう

επίθετο

  1. 01 βαριεστημένος, που φαίνεται βαριεστημένος, αδιάφορος